Thursday, August 9, 2018

Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής για την κοινοτική άδεια οδήγησης Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 077 της 28/03/2002 σ. 0005 – 0024 (Μάθημα 7.2.) 9 Αυγούστου 2018



Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής για την κοινοτική άδεια οδήγησης Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 077 της 28/03/2002 σ. 0005 – 0024 (Μάθημα 7.2.) 9 Αυγούστου 2018


Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής για την κοινοτική άδεια οδήγησης (2002/C 77/03)
Η παρούσα ερμηνευτική ανακοίνωση αποβλέπει στην παροχή γενικών πληροφοριών σχετικά με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η κοινοτική νομοθεσία για την άδεια οδήγησης. Οι πληροφορίες αυτές είναι χρήσιμες τόσο στις διοικητικές αρχές όσο και στους πολίτες για να αξιολογούν το πεδίο εφαρμογής, των αποτελεσμάτων και των συνεπειών του νομικού συστήματος κοινοτικών κανόνων που ισχύουν σήμερα για τη χορήγηση άδειας οδήγησης.
Στο μέρος I δίνονται γενικές πληροφορίες για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η κοινοτική νομοθεσία για την άδεια οδήγησης, καθώς και περιγραφή του νομικού πλαισίου και συγκριτική εξέταση των θεμάτων σχετικά με την άδεια οδήγησης τα οποία δεν έχουν εναρμονισθεί μέχρι σήμερα.
Στο μέρος II του παρόντος εγγράφου δίνονται νομικές κατευθύνσεις για την ερμηνεία του υπάρχοντος κοινοτικού πλαισίου. Οι εν λόγω κατευθύνσεις θα βοηθήσουν στην συνεπή εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τη χορήγηση άδειας οδήγησης σε όλη την Κοινότητα.
Ορισμοί
Στην παρούσα ανακοίνωση νοείται ως:
"ΕΚ" (σε συνδυασμό με τον αριθμό ενός άρθρου), η συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τη συνθήκη του Άμστερνταμ·
"ΕΟΧ", ο Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος·
"πρώτη οδηγία", η οδηγία 80/1263/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την καθιέρωση κοινοτικής άδειας οδήγησης(1)·
"δεύτερη οδηγία", η οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την άδεια οδήγησης(2)·
"άδειες της Ομάδας 1", οι άδειες μιας από τις εξής (υπο-) κατηγορίες οχημάτων: A, B, BE, A1 και B1, όπως αυτές ορίζονται στην οδηγία 91/439/ΕΟΚ (παράρτημα III σημείο 1.1)·
"άδειες της Ομάδας 2", οι άδειες μιας από τις εξής (υπο-) κατηγορίες οχημάτων: C, CE, D, DE, C1, C1E, D1 και D1E, όπως αυτές ορίζονται στην οδηγία 91/439/ΕΟΚ (παράρτημα III σημείο 1.2)·
"κράτος μέλος υποδοχής", το κράτος μέλος, όπου είναι κάτοικος ο κάτοχος της αδείας, το οποίο όμως δεν είναι εκείνο που εξέδωσε την αρχική άδεια οδήγησης (αλλά μπορεί να την αντάλλαξε/ανανέωσε την άδεια του κράτους μέλους έκδοσης)·
"κράτος μέλος έκδοσης", το κράτος μέλος, το οποίο εξέδωσε την αρχική άδεια οδήγησης στον αντίστοιχο κάτοχο της αδείας (ο οποίος δεν είναι κατ' ανάγκην πολίτης του κράτους μέλους έκδοσης)·
"ΔΕΚ", το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Μέρος Ι
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
Στη συνέχεια περιγράφονται το νομικό πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, η νομολογία του ΔΕΚ και οι πτυχές που δεν έχουν εναρμονισθεί μέχρι σήμερα.
Α. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Α.1. Οδηγία 80/1263/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την καθιέρωση κοινοτικής αδείας(3)
Η οδηγία αυτή καταργήθηκε πλήρως με το άρθρο 13 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ. Ωστόσο, εφαρμόζεται σε πολλές περιπτώσεις που προέκυψαν όταν ίσχυε το καθεστώς της πρώτης οδηγίας, οι οποίες όμως εξακολουθούν να συναντώνται σήμερα εξαιτίας ιδιαίτερων περιστάσεων (για την περιγραφή και την ερμηνεία των περιπτώσεων αυτών, βλέπε μέρος II).
Α.2. Οδηγία 91/439/ΕΟΚ για την άδεια οδήγησης
Η "δεύτερη οδηγία" για την άδεια οδήγησης αποτελεί τον κορμό του νομικού πλαισίου της διαδικασίας χορήγησης κοινοτικής άδειας οδήγησης. Τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1996. Σε πολύ γενικές γραμμές, η δεύτερη οδηγία εναρμονίζει τις κατηγορίες αδειών, καθιερώνει ελάχιστα όρια ηλικίας ως προϋπόθεση για το δικαίωμα οδήγησης, καθώς και την υποχρεωτική θεωρητική και πρακτική εξέταση οδήγησης. Επίσης, η οδηγία θέτει την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών που εκδίδουν τα κράτη μέλη και ορίζει τον τόπο κατοικίας ως προϋπόθεση για την απόκτηση αδείας. Η δεύτερη οδηγία περιέχει επίσης λεπτομερείς διατάξεις για τα ελάχιστα κριτήρια υγείας και καθιερώνει εναρμονισμένο κοινοτικό υπόδειγμα άδειας οδήγησης. Άλλες διατάξεις αφορούν τα αποτελέσματα ακύρωσης, ανάκλησης και περιορισμού των αδειών.
Η δεύτερη οδηγία είναι μία μόνον από τις εξελίξεις που επήλθαν στο πεδίο της διαδικασίας χορήγησης κοινοτικής άδειας οδήγησης και συμβάλλει στη μεθοδική και βαθμιαία εναρμόνιση. Οι πτυχές που δεν έχουν εναρμονισθεί ακόμη από τη δεύτερη οδηγία εκτίθενται στη συνέχεια (τμήμα Β). Η δεύτερη οδηγία τροποποιήθηκε για πρώτη φορά από την οδηγία 94/72/ΕΚ του Συμβουλίου(4), η οποία τροποποίησε το άρθρο 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ χορηγώντας μεταβατική περίοδο στη Φινλανδία και τη Σουηδία έως τις 31 Δεκεμβρίου 1997, όσον αφορά το πλαστικό υπόδειγμα άδειας οδήγησης.
Οι μετέπειτα τροποποιήσεις επήλθαν με την οδηγία 96/47/ΕΚ του Συμβουλίου(5), η οποία καθιέρωσε κοινοτικό υπόδειγμα με πλαστική κάρτα ως εναλλακτική λύση του χάρτινου υποδείγματος. Η τροποποίηση ενσωματώθηκε στη δεύτερη οδηγία ως "παράρτημα Ia".
Η απόφαση 96/427/ΕΟΚ της Επιτροπής(6) αφορά μια παρέκκλιση από τις διατάξεις του παραρτήματος III της δεύτερης οδηγίας σχετικά με τα διορθωτικά γυαλιά για την ελαττωματική όραση.
Η οδηγία 97/26/ΕΚ του Συμβουλίου(7) θέσπισε μια επιτροπή διαχείρισης των αδειών οδήγησης, στην οποία δόθηκε περιορισμένη νομοθετική εξουσία στο θέμα προσαρμογής του καταλόγου των κοινοτικών κωδικών, των παραρτημάτων II και III της δεύτερης οδηγίας στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο. Προδιέγραψε επίσης εναρμονισμένους κοινοτικούς κωδικούς για τους περιορισμούς οδήγησης και τις προσαρμογές των οχημάτων.
Η απόφαση 2000/275/ΕΚ της Επιτροπής(8) καθόρισε τους πίνακες ισοδυναμίας για κάθε έγκυρο υπόδειγμα άδειας οδήγησης μεταξύ κατηγοριών αδειών οδήγησης που εκδόθηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ και των εναρμονισμένων κατηγοριών, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 3. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με την υποχρέωση που ορίζει το άρθρο 10 της οδηγίας.
Τέλος, η οδηγία 2000/56/ΕΚ της Επιτροπής(9) προδιέγραψε επίσης κατάλογο των εναρμονισμένων κοινωτικών κωδικών για τους περιορισμούς οδήγησης και τις αναπροσαρμογές των οχημάτων. Η οδηγία αναθεώρησε ακόμη το παράρτημα II της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ για τη θεωρητική και πρακτική εξέταση οδήγησης, προσαρμόζοντας το εν λόγω παράρτημα στην τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο που έχει επέλθει στο δεδομένο πεδίο.
Α.3. Νομολογία
- Απόφαση του ΔΕΚ 16/78 - Υπόθεση Choquet
Σε αυτήν την πρώτη εκδίκαση που αφορά απευθείας τη διαδικασία χορήγησης άδειας οδήγησης, το Δικαστήριο υπέδειξε ότι υπήρχε την εποχή εκείνη έλλειψη εναρμόνισης στο δεδομένο πεδίο. Αυτό καθιστούσε την αναγνώριση των αδειών οδήγησης στα υπόλοιπα κράτη μέλη ουσιαστικά αδύνατη και εμπόδιζε την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Η εν λόγω απόφαση αποτέλεσε την αφετηρία για να ληφθούν οι πρώτες πρωτοβουλίες εναρμόνισης στη χορήγηση των αδειών οδήγησης σε κοινοτική κλίμακα.
- Απόφαση του ΔΕΚ C-193/94 - Υπόθεση Σκαναβή
Η απόφαση αφορούσε την κατάσταση πριν την 1η Ιουλίου 1996. Ερμηνεύει επίσης ειδικές πτυχές της νομικής κατάστασης μετά την έναρξη ισχύος της δεύτερης οδηγίας. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υποχρέωση αντικατάστασης των αδειών σύμφωνα με την πρώτη οδηγία και τη σύνδεση της υποχρέωσης αυτής με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43 της συνθήκης ΕΚ. Ακόμη, το Δικαστήριο διευκρίνισε την αναλογικότητα των εθνικών κυρώσεων, το διαχωρισμό μεταξύ δικαιώματος οδήγησης και εγγράφου της αδείας, τα προβλήματα από την προοδευτική εναρμόνιση της χορήγησης άδειας οδήγησης και την έκταση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.
- Απόφαση του ΔΕΚ C-230/97 - Υπόθεση Awoyemi
Η απόφαση αποσαφηνίζει την κατάσταση των οδηγών με άδειες οδήγησης που έχουν εκδοθεί σε τρίτες χώρες και ερμηνεύει την απαίτηση αντικατάστασης που περιέχει η οδηγία 80/1263/ΕΟΚ. Επίσης, αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής και τις νομικές συνέπειες της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Β. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΘΕΙ
Στο μέρος αυτό επιχερείται συγκριτική εξέταση όλων των θεμάτων της διαδικασίας χορήγησης άδειας οδήγησης που δεν έχουν εναρμονισθεί μέχρι σήμερα. Για τα περισσότερα από τα θέματα αυτά, έχει αποκλεισθεί ρητά η εναρμόνιση με ειδικές διατάξεις της δεύτερης οδηγίας. Τα άρθρα που αναφέρονται στους τίτλους παραπέμπουν στις εξαιρέσεις αυτές.
Σε ό,τι αφορά τα περισσότερα τμήματα αυτού του μέρους, με τη δεύτερη οδηγία έχει ήδη επιτευχθεί κάποια εναρμόνιση. Ωστόσο, η οδηγία αφήνει περιθώρια χειρισμού στα κράτη μέλη για τα θέματα που περιγράφονται στα τμήματα αυτά π.χ. με την προδιαγραφή μόνον ελάχιστων προτύπων ή με επιλογή δύο εναλλακτικών λύσεων όπως συμβαίνει και με το υπόδειγμα κοινοτικής άδειας οδήγησης. Έτσι, εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές πρακτικές και νομικές διαφορές στα συγκριμένα πεδία στα εθνικά συστήματα χορήγησης άδειας οδήγησης.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Η συγκριτική εξέταση δεν είναι διεξοδική, διότι δεν υπήρξε η ίδια συνεργασία από όλα τα κράτη μέλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι σχετικές πληροφορίες είτε ήταν ατελείς είτε δεν διατέθηκαν.
Β.1. Διάρκεια ισχύος και συχνότητα ιατρικών εξετάσεων
Γενική εξαίρεση του άρθρου 1 παράγραφος 3
Η διαφορετική διάρκεια ισχύος στα κράτη μέλη είναι το αποτέλεσμα της παρέκκλισης από την εναρμόνιση που ορίζει το άρθρο 1 παράγραφος 3 της δεύτερης οδηγίας. Η εν λόγω διάταξη εξαιρεί τη διάρκεια ισχύος από την εναρμόνιση σε κοινοτική κλίμακα επιτρέποντας στα κράτη μέλη να επιβάλλουν τις εθνικές τους διατάξεις στο θέμα αυτό. Ορισμένα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν περιορισμούς στη διάρκεια ισχύος ειδικών κατηγοριών άδειας οδήγησης: οι άδειες οδήγησης απεριόριστης διάρκειας ισχύουν ακόμη για τις άδειες οδήγησης οχημάτων και μοτοσικλετών σε:
- Βέλγιο
- Γερμανία
- Γαλλία
- Αυστρία.
Η διαφορετική συχνότητα των ιατρικών εξετάσεων απορρέει από τις διατάξεις του Παραρτήματος III της δεύτερης οδηγίας. Το παράρτημα ΙΙΙ σημείο 1 της δεύτερης οδηγίας εισάγει κατάταξη των οδηγών σε δύο χωριστές ομάδες αδειών, οι οποίες ορίζονται ως άδειες "Ομάδας 1" και "Ομάδας 2" (βλέπε ορισμούς).
Το παράρτημα III σημείο 3 ορίζει ότι οι υποψήφιοι κάτοχοι άδειας οδήγησης της Ομάδας 1 οφείλουν να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση μόνον εφόσον προκύψουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα οδήγησης του υποψηφίου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποβολής της αίτησης. Μετά την έκδοση μιας άδειας οδήγησης, δεν προδιαγράφονται υποχρεωτικές ιατρικές εξετάσεις για τους κατόχους αδειών της ομάδας 1. Για τους κατόχους αδειών της ομάδας 2, το παράρτημα III σημείο 4 ορίζει ότι οι υποψήφιοι οφείλουν να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση πριν την πρώτη έκδοση της αδείας αυτής. Συνεπώς, η οδηγία προβλέπει την επιβολή περιοδικών εξετάσεων χωρίς να προσδιορίζει τη συγκεκριμένη συχνότητά τους.
Τα δύο θέματα που περιγράφηκαν προηγουμένως είναι αλληλένδετα: στα περισσότερα νομικά συστήματα, η διάρκεια ισχύος για μια κατηγορία αδειών συμπίπτει με τη συχνότητα των επιβαλλλόμενων ιατρικών εξετάσεων. Αυτό σημαίνει ότι ο κάτοχος μιας αδείας όταν λήξει η άδειά του, οφείλει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση επ'ευκαιρία της ανανέωσής της.
Συγκριτική εξέταση των εθνικών διατάξεων όσον αφορά τη διάρκεια ισχύος των αδειών
Η ακριβής νομική παραπομπή στην εθνική νομοθεσία δίδεται εντός παρένθεσης για κάθε κράτος μέλος. Η αναγραφή ειδικής διάρκειας ισχύος συνεπάγεται την υποβολή σε ιατρικές εξετάσεις κατά την ανανέωση της συγκεκριμένης αδείας, εκτός εάν ορίζεται άλλως.
Βέλγιο (art. 21, art. 44, Arrêté Royal relatif au permis de conduire, 23.3.1998)
Ομάδα 1: άδεια απεριόριστης διάρκειας·
Ομάδα 2: πενταετούς διάρκειας έως την ηλικία των 50 ετών· όταν ο οδηγός είναι 48-50 ετών: η άδεια ισχύει έως το 53ο έτος ηλικίας του κατόχου·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 50 ετών.
Δανία (art. 45-46, Bekendtgorelse om korekort, 11.3.1997)
Ομάδα 1: η άδεια ισχύει έως το 70ό έτος της ηλικίας του κατόχου·
τετραετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 71 ετών, τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 72 ετών και διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 73-79 ετών·
η άδεια ισχύει 1 έτος όταν ο κάτοχος είναι άνω των 80.
Ομάδα 2: η άδεια ισχύει έως το 50ό έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 50-70 ετών·
τετραετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 71 ετών, τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 72 ετών και διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 73-79 ετών·
η άδεια ισχύει 1 έτος όταν ο κάτοχος είναι άνω των 80.
Γερμανία (§ 23 Fahrerlaubnisverordnung, 26.8.1998)
Ομάδα 1: άδεια απεριόριστης διάρκειας·
C1, C1E: έως το 50ό έτος ηλικίας του κατόχου και στη συνέχεια για άλλη μια πενταετία·
C, CE: πενταετούς διάρκειας·
D1, D, D1E, DE: πενταετούς διάρκειας· όταν ο κάτοχος είναι 46-49 ετών: έως το 50ό έτος ηλικίας· πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 50.
Ελλάδα (άρθρο 4 του Προεδρικού Διατάγματος 19/95, 31.1.1995)
Ομάδα 1: η άδεια ισχύει έως το 65ο έτος ηλικίας του κατόχου και στη συνέχεια είναι τριετούς διάρκειας·
Ομάδα 2, Β+Ε και Β επαγγελματική: πενταετούς διάρκειας έως το 65ο έτος ηλικίας του κατόχου και στη συνέχεια είναι τριετούς διάρκειας·
Ισπανία (art. 16-17, RD 772/97 - Reglamento General de Conductores, 30.5.1997)
Ομάδα 1: δεκαετούς διάρκειας έως το 45ο έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 45-70 ετών·
διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
Ομάδα 2: πενταετούς διάρκειας έως το 45ο έτος ηλικίας του κατόχου·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 45-60 ετών·
διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 60.
Γαλλία:
Ομάδα 1: άδεια απεριόριστης διάρκειας·
Ομάδα 2: πενταετούς διάρκειας έως το 60ό έτος ηλικίας του κατόχου·
διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 60-76 ετών·
ισχύει 1 έτος όταν ο κάτοχος είναι άνω των 76.
Ιρλανδία:
Ομάδα 1: διάρκειας 3-10 ετών (κατ' επιλογήν) έως το 60ό έτος ηλικίας του κατόχου·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 60-76 ετών·
διάρκειας 1-3 ετών (καθορίζεται μετά από ιατρική εξέταση) όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
Ομάδα 2: διάρκειας 3-10 ετών (καθορίζεται μετά από ιατρική εξέταση) έως το 60ό έτος ηλικίας του κατόχου·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 60-69 ετών·
ισχύει 1-3 έτη (καθορίζεται μετά από ιατρική εξέταση) όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
Ιταλία (art. 126, Codice della Strada)
Ομάδα 1: δεκαετούς διάρκειας έως το 50ό έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 51-70 ετών·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
C, CE: πενταετούς διάρκειας έως το 65ο έτος ηλικίας του κατόχου·
διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 65.
D, DE: πενταετούς διάρκειας έως το 60ό έτος ηλικίας του κατόχου·
ισχύει 1 έτος όταν ο κάτοχος είναι 60-65 ετών·
η άδεια δεν ανανεώνεται μετά την ηλικία των 65 ετών.
Λουξεμβούργο (Règlement grand ducal, 11.8.1996)
Ομάδα 1: ισχύει έως το 50ό έτος ηλικίας του κατόχου·
δεκαετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι 51-70 ετών·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70·
ισχύει 1 έτος όταν ο κάτοχος είναι άνω των 80.
Ομάδα 2: δεκαετούς διάρκειας έως το 50ό έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 50·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70·
η άδεια δεν ανανεώνεται μετά την ηλικία των 75 ετών.
Κάτω Χώρες (art. 122 WVW 1994)
Διάρκεια ισχύος:
Ομάδα 1: δεκαετούς διάρκειας έως το 60ό έτος ηλικίας του κατόχου·
έως το 70ό έτος, όταν ο κάτοχος είναι 60-65 ετών·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 64.
Ομάδα 2: δεκαετούς διάρκειας έως το 60ό έτος ηλικίας του κατόχου·
έως το 70ό έτος, όταν ο κάτοχος είναι 60-65 ετών·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 64.
Περιοδικές ιατρικές εξετάσεις:
Ομάδα 1: από την ηλικία των 70 ετών ανά πενταετία.
Ομάδα 2: από την ηλικία των 70 ετών ανά πενταετία (υπό αναθεώρηση).
Αυστρία (Art. 20-21 Führerscheingesetz, 30.10.1997)
Ομάδα 1: άδεια απεριόριστης διάρκειας (εκ των πραγμάτων: σύμφωνα με την παράγραφο 27(1)4. του FSG η άδεια ισχύει για 100 έτη)·
Ομάδα 2: πενταετούς διάρκειας έως το 60ό έτος ηλικίας του κατόχου·
διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 60.
Πορτογαλία (art. 7, Decreto Regulamentar 65/94, 18.11.1994)
Ομάδα 1: ισχύει έως το 65ο έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 65·
διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
C, CE: ισχύει έως το 40ό έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 40·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 65·
διετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 68.
D, DE: ισχύει έως το 40ό έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 40·
η άδεια δεν ανανεώνεται μετά την ηλικία των 65ετών.
Φινλανδία (Art. 33, Decree 5.1.1996)
Ισχύς:
Β: αρχική ισχύς 2 ετών, μετά τη λήξη της οποίας η άδεια ισχύει έως το 70ό έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
Α1, Α, C1, C: ισχύει έως το 70ό έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
C1E, CE, D1, D1E, D, DE: ισχύει έως το 70ό έτος ηλικίας του κατόχου·
η άδεια δεν ανανεώνεται μετά την ηλικία των 70 ετών.
Περιοδική ιατρική εξέταση:
Ομάδα 1: στην ηλικία των 45, 60, 70 ετών, κατόπιν ανά πενταετία.
Ομάδα 2: στην ηλικία των 45 ετών·
κατόπιν ανά πενταετία.
Σουηδία:
Ισχύς:
Ομάδα 1: δεκαετούς διάρκειας.
Ομάδα 2: δεκαετούς διάρκειας.
Περιοδική ιατρική εξέταση:
Ομάδα 1: στην ηλικία των 70 ετών.
Ομάδα 2: στην ηλικία των 45 ετών·
κατόπιν ανά πενταετία.
Ηνωμένο Βασίλειο:
Ισχύς:
Ομάδα 1: η χάρτινη άδεια ισχύει έως το 70ό έτος ηλικίας του κατόχου· η πλαστική κάρτα της αδείας ανανεώνεται ανά δεκαετία·
τριετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
Ομάδα 2: ισχύει έως το 45ο έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 45·
ισχύει 1 έτος όταν ο κάτοχος είναι άνω των 65.
Περιοδικές ιατρικές εξετάσεις:
Ομάδα 1: από την ηλικία των 70 ετών ανά τριετία·
Ομάδα 2: ισχύει έως το 45ο έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 45·
ισχύει 1 έτος όταν ο κάτοχος είναι άνω των 65.
Νορβηγία:
Ομάδα 1: ισχύει έως το 100ό έτος ηλικίας του κατόχου.
Ομάδα 2: δεκαετούς διάρκειας έως το 60ό έτος ηλικίας του κατόχου·
πενταετούς διάρκειας όταν ο κάτοχος είναι άνω των 60·
ισχύει 1 έτος όταν ο κάτοχος είναι άνω των 70.
Ιατρικές εξετάσεις των οδηγών της Ομάδας 1 κατά την πρώτη έκδοση της αδείας - παράρτημα III
Προς το παρόν, ιατρική εξέταση κατά την πρώτη έκδοση της αδείας της Ομάδας 1 επιβάλλει μόνον η μειονότητα των κρατών μελών. Στην πράξη, η μόνη απαίτηση είναι η υποβολή ιατρικού πιστοποιητικού, το οποίο κρίνεται ότι αρκεί για να βεβαιωθεί επαρκώς η ικανότητα οδήγησης του υποψηφίου.
Β.2. Ισοδυναμίες κατηγοριών οχημάτων - άρθρο 10
Το άρθρο 10 της δεύτερης οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη, αφού συμβουλευθούν την Επιτροπή, μπορούν να θεσπίσουν ισοδυναμίες μεταξύ των κατηγοριών αδειών οδήγησης που έχουν εκδοθεί πριν τη μεταφορά της δεύτερης οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, και των κατηγοριών που ορίζονται στο άρθρο 3. Επομένως η κοινοτική νομοθεσία δεν έχει εναρμονίσει τις κατηγορίες οχημάτων για τις άδειες που εκδόθηκαν πριν την έναρξη ισχύος της δεύτερης οδηγίας.
Στην πράξη, τα εθνικά συστήματα κατηγοριοποίησης ποίκιλλαν πολύ μεταξύ τους πριν την έναρξη ισχύος της κοινοτικής νομοθεσίας στο πεδίο αυτό. Τα διαφορετικά πρότυπα στην κατηγοριοποίηση των οχημάτων κατά το παρελθόν θα συνεχίσει να θίγει μεγάλο αριθμό πολιτών. Συγκεκριμένα, οι συνέπειες αυτές θα είναι εμφανείς στις άδειες που έχουν εκδοθεί σε κράτη μέλη, τα οποία δεν επέβαλαν περιορισμούς στη διάρκεια ισχύος, με αποτέλεσμα να εξακολουθήσουν να κυκλοφορούν άδειες στις οποίες αναγράφονται μη εναρμονισμένες κατηγορίες οχημάτων.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 της δεύτερης οδηγίας, καταρτίσθηκαν πρόσφατα πίνακες ισοδυναμίας, τους οποίους περιέχει μια απόφαση της Επιτροπής για τις ισοδυναμίες(10). Οι πίνακες δείχνουν ότι σήμερα ισχύουν και κυκλοφορούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο περισσότερα από 80 διαφορετικά υποδείγματα άδειας οδήγησης, τα περισσότερα από τα οποία έχουν εκδοθεί πριν τη μεταφορά της δεύτερης οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
Λύση στο πρόβλημα αυτό μπορεί να είναι μια από τις κάτωθι προσεγγίσεις:
- γενική ανάκληση όλων των αδειών που έχουν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος της δεύτερης οδηγίας και κυκλοφορούν ακόμη, αντ' αυτών δε να εκδοθούν άδειες οδήγησης σύμφωνα με τις απαιτήσεις της δεύτερης οδηγίας·
- καθιέρωση εναρμονισμένης διάρκειας ισχύος για όλες τις κατηγορίες άδειας οδήγησης. Έτσι, θα εκλείψουν ενδεχομένως τα παλαιά υποδείγματα αδείας.
Β.3. Θέματα σχετικά με ειδικές (υπο-)κατηγορίες οχημάτων
- Καθιέρωση των υποκατηγοριών - Άρθρο 3 παράγραφος 2
Το άρθρο 3 παράγραφος 2 της δεύτερης οδηγίας ορίζει ότι για την οδήγηση ειδικών οχημάτων που καλύπτονται από τις κατηγορίες οχημάτων A, B, B+E, C, C+E, D και D+E, μπορούν να εισαχθούν σε ένα κράτος μέλος όλες ή ορισμένες από τις κάτωθι κατηγορίες(11).
Α1: ελαφρές μοτοσικλέτες κυβισμού άνω των 50 cm³ ή μέγιστης ταχύτητας άνω των 45 km/h και κάτω των 125 cm³ και ισχύος όχι άνω των 11 kW·
Β1: μηχανοκίνητα τρίκυκλα και τετράκυκλα κυβισμού άνω των 50 cm³ ή μέγιστης ταχύτητας άνω των 45 km/h και μάζας όχι άνω των 550 kg (χωρίς φορτίο)·
C1: φορτηγά μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας άνω των 3,5 t, όχι όμως άνω των 7,5 t·
C1+Ε: συνδυασμός οχημάτων, του οποίου το έλκον όχημα είναι της υποκατηγορίας C1, με την προϋπόθεση ότι η μάζα του συνδυασμού δεν υπερβαίνει τους 12 t· η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του ρυμουλκούμενου δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μάζα του έλκοντος οχήματος χωρίς φορτίο·
D1: λεωφορεία άνω των 8 αλλά κάτω των 16 θέσεων (χωρίς τη θέση του οδηγού)·
D1+Ε: συνδυασμοί λεωφορείων που εμπίπτουν στην υποκατηγορία D1, με ρυμουλκούμενο άνω των 750 kg· η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του συνδυασμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 12 t και η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του ρυμουλκούμενου δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μάζα του έλκοντος οχήματος χωρίς φορτίο· το ρυμουλκούμενο δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για τη μεταφορά επιβατών.
Καθιερώθηκαν οι εξής υποκατηγορίες στα κράτη μέλη:
Βέλγιο: C1, D1, C1+E, D1+E
Δανία: δεν υπάρχουν υποκατηγορίες
Γερμανία: A1, C1, D1, C1+E, D1+E
Ελλάδα: A1
Ισπανία: A1, C1, D1, C1+E, D1+E
Γαλλία: A1, B1
Ιρλανδία: A1, C1, D1, C1+E, D1+E
Ιταλία: A1
Λουξεμβούργο: A1, C1, D1, C1+E, D1+E
Κάτω Χώρες: δεν υπάρχουν υποκατηγορίες
Αυστρία: C1, C1+E
Πορτογαλία: A1
Φινλανδία: A1, C1, D1, C1+E, D1+E
Σουηδία: A1
Ηνωμένο Βασίλειο: A1, B1, C1, D1, C1+E, D1+E
- Πρόσθετα κριτήρια για την υποκατηγορία A1 - Άρθρο 3 παράγραφος 5
Το άρθρο 3 παράγραφος 5 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν πρόσθετους περιοριστικούς κανόνες για την υποκατηγορία A1. Πρόσθετους περιοριστικούς κανόνες καθιέρωσαν δύο κράτη μέλη:
Γερμανία: Οι οδηγοί κάτω των 18 ετών δεν δικαιούνται να οδηγούν μοτοσικλέτες μέγιστης ταχύτητας άνω των 80 km/h (άρθρο 5 παράγραφος 28 Fahrerlaubnisverordnung 18.8.98).
Ισπανία: Οι υπαγόμενες στην κατηγορία A1 μοτοσικλέτες δεν επιτρέπεται να έχουν λόγο ισχύος/βάρους άνω των 0,11 kW/kg (άρθρο 5.1 Real Decreto 772/97)
Κανένα άλλο κράτος μέλος δεν επιβάλλει πρόσθετα κριτήρια για την υποκατηγορία A1.
- Οδήγηση οχήματος κατηγορίας B1 με άδεια οδήγησης A1 ή A - Άρθρο 5 παράγραφος 3 στοιχείο α)
Για την οδήγηση μόνον στην εθνική επικράτεια, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν το δικαίωμα οδήγησης οχημάτων της κατηγορίας B1 με άδεια A1 ή A. Ο πίνακας που ακολουθεί δίδει γενική άποψη των προϋποθέσεων για την οδήγηση οχήματος της κατηγορίας B1, όταν η κατηγορία αυτή δεν έχει καθιερωθεί στο αντίστοιχο κράτος μέλος.
Βέλγιο: Β1 μόνον με άδεια Β.
Δανία: Η οδήγηση τρικύκλων επιτρέπεται με άδεια Α ή Β, των δε τετρακύκλων μόνον με άδεια Β.
Γερμανία: Β1 μόνον με άδεια Β (παράγραφος 6 Fahrerlaubnisverordnung 18.8.1995).
Ελλάδα: Β1 μόνον με άδεια Β (άρθρο 4 παράγραφος 7 του Προεδρικού Διατάγματος 19/95).
Ισπανία: Β1 μόνον με άδεια Α (Real Decreto 772/1997, άρθρο 5).
Γαλλία: Β1 με άδεια Α ή Α1.
Ιρλανδία: Β1 μόνον με άδεια Β.
Ιταλία: Β1 με άδεια Α ή Α1.
Λουξεμβούργο: Β1 μόνον με άδεια Β.
Κάτω Χώρες: Β1 μόνον με άδεια Β.
Αυστρία: Η οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας Β1, μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας έως 400 kg, επιτρέπεται με άδεια Α ή Β· η οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας Β1, μέγιστης επιτρεπόμενης μάζας άνω των 400 kg, επιτρέπεται μόνον με άδεια Β (παράγραφος 2.1 Führerscheingesetz 30.10.1997)
Πορτογαλία: Β1 με άδεια Α ή Α1.
Φινλανδία: Β1 με άδεια Α.
Ηνωμένο Βασίλειο Β1 με άδεια Α (Regulation No 2824/1996, άρθρο 6.8)
Νορβηγία: Β1 μόνον με άδεια Β.
- Οδήγηση οχήματος κατηγορίας Α1 με άδεια οδήγησης Β - άρθρο 5 παράγραφος 3, στοιχείο β)
Για την οδήγηση μόνον στην εθνική επικράτεια, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν το δικαίωμα οδήγησης ελαφρών μοτοσικλετών (υπαγόμενων τότε στην υποκατηγορία Α1) με άδεια Β. Το δικαίωμα αυτό, ωστόσο, δεν είναι αναγκαστικό να αναγνωρίζεται από κάποιο άλλο κράτος μέλος.
Στον πίνακα που ακολουθεί εμφανίζονται μόνον τα κράτη μέλη που έχουν καθιερώσει το δικαίωμα αυτό και περιγράφονται οι πρόσθετες απαιτήσεις:
Βέλγιο: διετής πείρα με άδεια Β
Ισπανία: διετής πείρα με άδεια Β και θεωρητική εξέταση
Γαλλία: διετής πείρα με άδεια Β. Εξετάζεται το ενδεχόμενο να εισαχθεί εθελούσια 6ωρη άσκηση. Η άσκηση αυτή ίσως καταστεί υποχρεωτική στο μέλλον
Ιταλία: το δικαίωμα έχει καθιερωθεί χωρίς πρόσθετες απαιτήσεις
Αυστρία: πενταετής πείρα με άδεια Β και εξάωρη υποχρεωτική πρακτική άσκηση του οδηγού.
- Οδήγηση οχήματος κατηγορίας C1 ή D1 με άδεια οδήγησης Β - άρθρο 5 παράγραφος 4
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο α), τα κράτη μέλη μπορούν, αφού συμβουλευθούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να επιτρέπουν στην επικράτειά τους την οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας D1 από κατόχους ηλικίας 21 ετών οι οποίοι διαθέτουν άδεια οδήγησης Β τουλάχιστον επί δύο έτη. Τα οχήματα επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον από μη εμπορικούς φορείς για κοινωνικούς σκοπούς και ο οδηγός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του σε εθελούσια βάση.
Το δικαίωμα αυτό έχει καθιερωθεί μόνον στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο β) προβλέπει το δικαίωμα οδήγησης οχημάτων της κατηγορίας C1 με άδεια Β σε περιστάσεις διαφορετικές από εκείνες που περιγράφονται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο α).
Το δικαίωμα αυτό δεν έχει καθιερωθεί σε κανένα κράτος μέλος.
- Άμεση πρόσβαση στις βαριές μοτοσικλέτες - άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β)
Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να μην απαιτούν τη διετή πείρα οδήγησης για μοτοσικλέτες κατώτερων προδιαγραφών υπαγόμενων στην κατηγορία Α, εφόσον ο υποψήφιος κάτοχος αδείας Α είναι τουλάχιστον 21 ετών ("άμεση πρόσβαση"(12).
Τα κράτη που αναφέρονται στη συνέχεια δεν επιτρέπουν άμεση πρόσβαση στις βαριές μοτοσικλέτες σε υποψηφίους 21 ετών:
Γερμανία: άμεση πρόσβαση μόνον από ηλικίας 25 ετών
Ιρλανδία: άμεση πρόσβαση μόνον με την προϋπόθεση διετούς πείρας
Ισπανία: άμεση πρόσβαση μόνον με την προϋπόθεση διετούς πείρας.
Όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση στις βαριές μοτοσικλέτες από ηλικίας 21 ετών.
Β.4. Θέματα σχετιζόμενα με τα ελάχιστα όρια ηλικίας
- Κατώτερο όριο ηλικίας για την άδεια οδήγησης Β - Άρθρο 6 παράγραφος 2
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλίνουν από τις απαιτήσεις ελάχιστου όριου ηλικίας που έχουν ορισθεί για τις κατηγορίες Α, Β, και Β+Ε (ηλικία 18 ετών) και να χορηγούν τις εν λόγω άδειες σε υποψηφίους 17 ετών.
Στα κράτη μέλη που αναφέρονται στη συνέχεια το ελάχιστο όριο ηλικίας είναι κάτω των 18 ετών:
Γερμανία: ηλικία 17 ετών για επαγγελματική εκπαίδευση στην κατηγορία C και D
Ιρλανδία: ηλικία 17 ετών χωρίς άλλες απαιτήσεις
Αυστρία: ηλικία 17 ετών στο πλαίσιο της "Vorgezogene Lenkberechtigung" (οδήγηση με συνοδό)
Ηνωμένο Βασίλειο: ηλικία 17 ετών χωρίς άλλες απαιτήσεις.
Το όριο στα υπόλοιπα κράτη μέλη είναι η ηλικία των 18 ετών.
- Αναγνώριση αδειών Β που έχουν χορηγηθεί σε κατόχους κάτω των 17 ετών - άρθρο 6 παράγραφος 3
Τα κράτη μέλη μπορούν να μην αναγνωρίζουν στην επικράτειά τους την ισχύ αδειών οδήγησης που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2.
Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναγνωρίζουν την ισχύ αδειών οδήγησης που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3.
Η Δανία και το Λουξεμβούργο αναγνωρίζουν τις άδειες αυτές για τους τουρίστες, όχι όμως για τους οδηγούς που εγκαθίστανται στο έδαφός τους.
Όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη δεν αναγνωρίζουν τις άδειες Β κατόχων ηλικίας κάτω των 18 ετών και συνεπώς δεν τους επιτρέπουν να οδηγούν στο έδαφός τους πριν συμπληρώσουν το 18ο έτος της ηλικίας τους.
Β.5. Άδειες που έχουν εκδοθεί σε τρίτες χώρες - άρθρο 8 παράγραφος 6
Τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να αναγνωρίζουν άδειες που έχουν εκδοθεί σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 6, το δικαίωμα απόρριψης της αναγνώρισης ισχύει επίσης και στην περίπτωση που μια άδεια, η οποία εκδόθηκε αρχικά σε τρίτη χώρα, έχει αντικατασταθεί εν τω μεταξύ με κοινοτική άδεια σε άλλο κράτος μέλος (μόνον όμως εφόσον ο κάτοχος της αδείας γίνει κάτοικος άλλου κράτους μέλους).
Β.6. Υπόδειγμα άδειας οδήγησης - παράρτημα I και παράρτημα Iα
Η οδηγία 96/47/ΕΚ, η οποία τροποποίησε τη δεύτερη οδηγία, καθιέρωνε την πλαστική άδεια εν είδει εναλλακτικής λύσης στο χάρτινο έντυπο αδείας στο παράρτημα I της οδηγίας. Αυτό το υπόδειγμα πλαστικής κάρτας ενσωματώθηκε στη δεύτερη οδηγία ως "παράρτημα Iα". Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέγουν ποιο από τα δύο υποδείγματα επιθυμούν.
Η μορφή των αδειών οδήγησης δεν έχει εναρμονισθεί ακόμη πλήρως. Ο λόγος δεν είναι μόνον το δικαίωμα επιλογής μεταξύ των δύο υποδειγμάτων. Η κοινοτική νομοθεσία προς το παρόν δεν προβλέπει ούτε υποχρεωτική αντικατάσταση των αδειών οδήγησης που έχουν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος της πρώτης ή της δεύτερης οδηγίας ούτε εναρμονισμένο όριο διάρκειας ισχύος. Έτσι, στην πράξη ισχύουν ακόμη περισσότερα από 80 διαφορετικά υποδείγματα αδειών στα κράτη μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Ο αριθμός αυτός θα μειώνεται βαθμιαία συν τω χρόνω, καθόσον οι άδειες, των οποίων η ισχύς τους λήγει βάσει διατάξεων εθνικής νομοθεσίας, αντικαθίστανται σήμερα σε όλα τα κράτη μέλη με ένα από τα δύο εναρμονισμένα κοινοτικά υποδείγματα. Στα κράτη μέλη όπου η διάρκεια ισχύος είναι απεριόριστη για ειδικές κατηγορίες οχημάτων, η διαδικασία αυτή πάντως θα διαρκέσει δεκαετίες εάν δεν εκδοθούν συνοδευτικά νομοθετικά μέτρα.
Το θέμα των περιεχομένων (π.χ. δικαιώματα) των αδειών που έχουν εκδοθεί πριν την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας εκτίθεται στο τμήμα για τις ισοδυναμίες των κατηγοριών των οχημάτων.
>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>
Β.7. Προσωρινές άδειες και πιστοποιητικά
Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία επιτρέπεται η έκδοση των αποκαλούμενων "προσωρινών αδειών", οι οποίες παρέχουν το δικαίωμα οδήγησης στην εθνική επικράτεια υπό ορισμένες περιστάσεις. Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία οι άδειες αυτές θεωρούνται μέρος της πρακτικής άσκησης του οδηγού. Εκδίδονται πάντως χωρίς την υποχρέωση να υποβληθεί ο κάτοχος σε εξέταση οδήγησης.
Το άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ ορίζει ότι οι άδειες οδήγησης που εκδίδουν τα κράτη μέλη πρέπει να αναγνωρίζονται αμοιβαία. Οι προσωρινές άδειες που προαναφέρθηκαν δεν είναι όμως πλήρεις άδειες υπό την έννοια της οδηγίας. Το άρθρο 7 της οδηγίας προβλέπει ότι η έκδοση των αδειών οδήγησης εξαρτάται από την επιτυχή εξέταση προσόντων και συμπεριφοράς του υποψηφίου. Επομένως, η προσωρινή άδεια είναι κρατικό έγγραφο που εκδίδεται στο πλαίσιο εκπαίδευσης ενός υποψηφίου και δεν παρέχει δικαίωμα οδήγησης εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους όπου έχει εκδοθεί.
Επίσης, σε όλα τα κράτη μέλη εκδίδεται πληθώρα πιστοποιητικών διαφόρων ειδών, π.χ. πιστοποιητικά εξέτασης, προσωρινά πιστοποιητικά απώλειας ή κλοπής των αδειών, ιατρικά πιστοποιητικά κ.ά. Τα πιστοποιητικά αυτά δεν είναι άδειες οδήγησης και άρα δεν είναι υποχρεωτικό να αναγνωρίζονται από τα άλλα κράτη μέλη. Σε περίπτωση λήξης, απώλειας ή κλοπής μιας αδείας, ο κάτοχος οφείλει να αποκτήσει νέο έγγραφο αδείας για να μπορεί να τύχει της αμοιβαίας αναγνώρισης της αδείας του.
Β.8. Οπισθογραφήσεις στα έγγραφα άδειας οδήγησης
Οι εθνικές διατάξεις του Ηνωμένου Βασιλείου προβλέπουν ότι μια άδεια οδήγησης συνίσταται στο έγγραφο της αδείας και ένα αντίγραφό του. Στο αντίγραφο αυτό καταγράφονται με ευκρινή τρόπο οι κυρώσεις βάσει του κώδικα οδικής κυκλοφορίας υπό μορφή σημείων ποινής. Επειδή σήμερα τα εθνικά συστήματα σημείων ποινής δεν είναι εναρμονισμένα και η εκτέλεση των κυρώσεων είναι δυνατόν να παρακολουθείται μόνον με βάση διμερείς συμφωνίες(13), οι οπισθογραφήσεις αυτές δεν αφορούν τα άλλα κράτη μέλη.
Όσον αφορά τις οπισθογραφήσεις των αδειών που εκδίδονται σε άλλα κράτη μέλη, ισχύει το σημείο 4 του παραρτήματος I (για το χάρτινο υπόδειγμα) και το σημείο 3 στοιχείο α) του παραρτήματος Iα (για την πλαστική κάρτα): ένα κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να αναγράφει πληροφορίες ουσιαστικές για τη χορήγηση της αδείας, υπό τον όρο ότι τέτοιου είδους πληροφορίες αναγράφονται και στις άδειες που εκδίδει και με την προϋπόθεση ότι υπάρχει αρκετός χώρος για το σκοπό αυτό στην άδεια.
Γ. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
Ομάδα 1
>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>
>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>
Ομάδα 2
>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>
>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>
Μέρος ΙΙ
ΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 91/439/ΕΟΚ
Το μέρος ΙΙ ορίζει τη νομική ερμηνεία των ειδικών διατάξεων της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ για την άδεια οδήγησης έτσι ώστε να εξασφαλισθεί συνεπής πρακτική εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Η πείρα δείχνει ότι μια περιεκτική περίληψη των καταστάσεων που συναντώνται συχνότερα στην πράξη και η νομικά ορθή ερμηνεία της υπάρχουσας κοινοτικής νομοθεσίας που πρέπει να υιοθετηθεί είναι απαραίτητες για τις αρμόδιες αρχές, τις τοπικές αρχές και τους ίδιους τους πολίτες.
Στα διάφορα ερμηνευτικά τμήματα ακολουθείται η ίδια ακριβώς δομή: σκιαγραφείται το πρόβλημα από νομική άποψη, στη συνέχεια το (τα) πρακτικό(-ά) παράδειγμα(-τα) εκθέτει(-τουν) το θέμα και στο τέλος κάθε τμήματος δίδεται η νομική ερμηνεία.
Α. ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ
Α.1. Νομική θέση
Το άρθρο 8 της πρώτης οδηγίας όριζε ότι οι άδειες οδήγησης των κατόχων που έχουν τον τόπο κατοικίας τους σε άλλο κράτος μέλος ισχύουν για ένα έτος. Εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, το κράτος μέλος υποδοχής απαιτούσε υποχρεωτική αντικατάσταση της αδείας που είχε εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος.
Το άρθρο 8 παράγραφος 1 είναι διατυπωμένο ως εξής: "Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες διατάξεις ώστε αν ο κάτοχος ισχυούσης εθνικής αδείας ή αδείας κατά το κοινοτικό υπόδειγμα που έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος, αποκτήσει διαμονή σε ένα άλλο κράτος μέλος, η άδειά του να διατηρεί την ισχύ της για διάστημα ενός έτους, κατ' ανώτατο όριο, από την απόκτηση της νέας διαμονής. Εντός αυτής της προθεσμίας και αφού ο κάτοχος υποβάλει σχετική αίτηση και καταθέσει την άδειά του, το κράτος της νέας διαμονής του χορηγεί άδεια οδηγήσεως (κατά το κοινοτικό υπόδειγμα) της αντίστοιχης κατηγορίας ή κατηγοριών χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 [...]".
Το άρθρο 13 όμως της δεύτερης οδηγίας ακύρωσε την πρώτη οδηγία από 1ης Ιουλίου 1996 και το άρθρο 1 παράγραφος 2 της δεύτερης οδηγίας εισήγαγε την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών που εκδίδουν τα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να καταργηθεί η υποχρέωση αντικατάστασης των αδειών που προαναφέρθηκε.
Η ένατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ αναφέρει ότι η υποχρέωση αντικατάστασης των αδειών αποτελεί αφεαυτής φραγμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και συνεπώς δεν είναι αποδεκτή με βάση την πρόοδο που έχει επιτευχθεί προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ, η αντικατάσταση των αδειών οδήγησης που έχουν εκδοθεί σε κράτος μέλος είναι εν γένει καθαρά εθελούσια, καθόσον το άρθρο 8 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι: "Σε περίπτωση που ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει και η οποία έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος έχει πλέον την κανονική του διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να ζητήσει την αντικατάσταση της παλαιάς του αδείας με νέα ισοδύναμη.".
Η αντικατάσταση αδειών παραμένει ωστόσο αποδεκτή σε πολύ λίγες περιπτώσεις με βάση το καθεστώς της δεύτερης οδηγίας:
i) σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2, ένα κράτος μέλος μπορεί να αντικαταστήσει μια άδεια λόγω εφαρμογής εθνικών ποινικών και αστυνομικών διατάξεων. Με βάση τη γενική αρχή του άρθρου 8 παράγραφος 1, η πρακτική αυτή πρέπει να είναι περιορισμένη και να εφαρμόζεται μόνον για σοβαρές τροχαίες παραβάσεις·
ii) για την ανανέωση των αδειών που λήγουν εκτός επικρατείας του κράτους μέλους έκδοσης, πρέπει να αντικατασταθεί το έγγραφο της αδείας. Αυτό όμως είναι περισσότερο η πρακτική συνέπεια της ανανέωσης παρά καθαρή αντικατάσταση.
Α.2. Περιπτώσεις καταστάσεων
Παράδειγμα 1:
Ένας κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στη Γαλλία μετά την 1η Ιουλίου 1996. Παραλείπει να αντικαταστήσει την άδειά του. Το 1997, οι γαλλικές αρχές του ζητούν να αντικαταστήσει την άδειά του. Εκείνος ισχυρίζεται ότι η αρχική άδειά του αναγνωρίζεται βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ χωρίς διατυπώσεις(14)· επιπλέον, ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1 παράγραφος 2 έχει άμεση ισχύ(15).
Παράδειγμα 2:
Τα γεγονότα είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα του παραδείγματος 1, εξαιρέσει του γεγονότος ότι ο κάτοχος της αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στο άλλο κράτος μέλος μεταξύ 1ης Ιουλίου 1995 και 1ης Ιουλίου 1996.
Παράδειγμα 3:
Τα γεγονότα είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα του παραδείγματος 1, εξαιρέσει του γεγονότος ότι ο κάτοχος της αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στο άλλο κράτος μέλος πριν την 1η Ιουλίου 1995.
Α.3. Ερμηνεία του ΔΕΚ στην υπόθεση C-193/94 (Σκαναβή)
Ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ διευκρινίστηκαν από το ΔΕΚ στην υπόθεση C-193/94 της 29ης Φεβρουαρίου 1996 (Σκαναβή). Παρά το γεγονός ότι η πρώτη οδηγία καταργήθηκε από την οδηγία 91/439/ΕΟΚ, πρέπει να αναφερθεί η κρίση του Δικαστηρίου, διότι μπορούν να υφίστανται ακόμη οι συνέπειες των διατάξεων της πρώτης οδηγίας στις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν.
Στην κρίση του, το ΔΕΚ διαχωρίζει το δικαίωμα οδήγησης ενός οχήματος από το έγγραφο της αδείας. Το δικαίωμα οδήγησης δεν έχει θιγεί επειδή ο κάτοχος της αδείας παρέλειψε να αντικαταστήσει το έγγραφο της αδείας εντός ενός έτους, όπως προδιαγράφει η οδηγία 80/1263/ΕΟΚ. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 της πρώτης οδηγίας, η οποία ίσχυε έως την 1η Ιουλίου 1996, όριζε ότι ένα κράτος μέλος απαιτεί από τον κάτοχο αδείας που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος να την αντικαταστήσει εντός περιόδου ενός έτους (για τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου βλέπε προηγουμένως).
Επίσης, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αντικατάσταση αδείας δεν αποτελεί νέο δικαίωμα οδήγησης στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής αλλά απλώς απόδειξη ύπαρξης του δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα αυτό παραχωρήθηκε στον κάτοχο από άλλο κράτος μέλος, πράγμα που εκφράζεται με την έκδοση εγγράφου αδείας αντικατάστασης. Το ΔΕΚ σημείωσε ότι η αρχική άδεια παραμένει έγκυρη στο κράτος μέλος όπου εκδόθηκε και εξακολουθεί να αναγνωρίζεται από τα υπόλοιπα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από το γεγονός εάν αντικαταστάθηκε ή όχι (αιτιολογική σκέψη 32).
Σχετικά με την αναλογικότητα των κυρώσεων λόγω παράλειψης αντικατάστασης, το άρθρο 43 της συνθήκης ΕΚ απαγορεύει να εξομοιώνεται το άτομο που δεν αντικατέστησε την άδειά του με ένα άτομο που οδηγεί χωρίς άδεια οδήγησης (παράγραφος 39 της απόφασης). Αυτή η νομική αξιολόγηση είναι κυρίαρχης σημασίας για την εκτίμηση της αναλογικότητας των κυρώσεων.
Α.4. Λύση
Με βάση τις υπάρχουσες αρχές της κοινοτικής νομοθεσίας, οι οποίες διευκρινίστηκαν περαιτέρω από το ΔΕΚ, ισχύουν τα ακόλουθα στα πρακτικά παραδείγματα που προαναφέρθηκαν:
Α.4.1. Ο κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του μετά την 1η Ιουλίου 1996
Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ ισχύει άμεσα με την έναρξη ισχύος της οδηγίας την 1η Ιουλίου 1996(16). Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί αντικατάσταση της αδείας μετά την ημερομηνία αυτή, είναι δε καθαρά εθελούσια σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 της δεύτερης οδηγίας. Άρα στο παράδειγμα 1 τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν την υποχρεωτική αντικατάσταση.
Α.4.2. Ο κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του μεταξύ 1ης Ιουλίου 1995 και 1ης Ιουλίου 1996
Όπως περιγράφηκε προηγουμένως, το άρθρο 8 παράγραφος 1 της πρώτης οδηγίας απαιτούσε υποχρεωτική αντικατάσταση των αδειών εντός ενός έτους. Η οδηγία 91/439/ΕΟΚ, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1996, εισήγαγε καθεστώς αντικατάστασης καθαρά εθελούσιου χαρακτήρα. Ο συνδυασμός των δύο διαφορετικών διατάξεων στην πρώτη και τη δεύτερη οδηγία οδήγησε σε ουσιαστική αναδρομική κατάργηση της υποχρεωτικής αντικατάστασης από την 1η Ιουλίου 1995, ένα έτος πριν την έναρξη ισχύος της δεύτερης οδηγίας. Στο παράδειγμα 2, επομένως, δεν μπορεί να υποχρεωθεί ο κάτοχος αδείας να την αντικαταστήσει.
Α.4.3. Ο κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του πριν την 1η Ιουλίου 1995
Στην περίπτωση αυτή, ο κάτοχος αδείας οδηγούσε με έγγραφο, μη έγκυρο πλέον μετά τη λήξη της περιόδου ενός έτους, παραβαίνοντας κατά τον τρόπο αυτόν την εθνική διοικητική νομοθεσία. Ωστόσο, η αρχική άδεια παρέμεινε κανονικά έγκυρη στο κράτος μέλος όπου εκδόθηκε και εξακολουθεί να αναγνωρίζεται από όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη. Για το λόγο αυτό και επειδή η αντικατάσταση είναι πλέον τελείως εθελούσια από τη στιγμή που τέθηκε σε ισχύ η οδηγία 91/439/ΕΟΚ, η υποχρεωτική αντικατάσταση της αδείας μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας πρέπει να θεωρείται νομική τήρηση των τύπων, η οποία αποτελεί παράβαση των κανόνων που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων(17).
Στο παράδειγμα 3 ο κάτοχος αδείας μπορεί επομένως να υποχρεωθεί να αντικαταστήσει την άδειά του μόνον υπό πολύ εξαιρετικές περιστάσεις, ιδίως εάν μια εθνική διάταξη ίσχυε πριν την 1η Ιουλίου 1996 για γεγονότα που συνέβησαν πριν την ημερομηνία αυτή. Ωστόσο, ένας πολίτης της Κοινότητας μπορεί να προσφύγει κατά της εφαρμογής των κανόνων που επιβάλλουν υποχρεωτική αντικατάσταση μετά την 1η Ιουλίου 1996, καθόσον η εφαρμογή αυτή αντιβαίνει την κοινοτική νομοθεσία, ακόμη και εάν δεν έχει μεταφερθεί η δεύτερη οδηγία στο κράτος μέλος όπου εφαρμόζονται αυτοί οι κανόνες εφαρμογής.
Το παράδειγμα 3 είναι επομένως θεωρητικού χαρακτήρα διότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν γνωρίζει να εκκρεμεί τέτοια περίπτωση σε εθνικό δικαστήριο κάποιου κράτους μέλους.
Α.4.4. Επιβολή κυρώσεων λόγω παράλειψης αντικατάστασης της αδείας
Όσον αφορά τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν πριν την 1η Ιουλίου 1995 (παράδειγμα 3), από τις αρχές που όρισε το ΔΕΚ απορρέουν τα εξής: η παράλειψη αντικατάστασης της αδείας εντός ενός έτους με βάση το καθεστώς της πρώτης οδηγίας δεν θίγει κατά κανένα τρόπο το δικαίωμα οδήγησης αλλά αποτελεί περισσότερο παράλειψη συμμόρφωσης προς μια διοικητική υποχρέωση. Το Δικαστήριο χαρακτήρισε λοιπόν την επιβολή ποινικών κυρώσεων για μη συμμόρφωση προς την απαίτηση αντικατάστασης εν γένει δυσανάλογη, ακόμη και εάν οι επιβαλλόμενες ποινές είναι μόνον χρηματικές (αιτιολογική σκέψη 37 της υπόθεσης C-193/94 Σκαναβή).
Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις. Οι κυρώσεις όμως αυτές πρέπει να είναι ανάλογες και όχι δυσανάλογες της παράβασης. Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να είναι τόσο αυστηρές ώστε να αποβαίνουν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Οι περιορισμοί αυτοί στην επιβολή κυρώσεων έχουν υποστηριχθεί επανειλημμένα από τη νομολογία του ΔΕΚ(18). Επίσης, αυτή η επιβολή κυρώσεων μπορεί να εφαρμοσθεί μόνον με την προϋπόθεση ότι το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει αναδρομική εφαρμογή ευνοϊκότερων διατάξεων ποινικού δικαίου που ενδεχομένως τέθηκαν σε ισχύ όταν η δεδομένη υπόθεση εκκρεμούσε ακόμη ενώπιον του δικαστηρίου. Επιπλέον, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει κάποιο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόζει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και το άρθρο 8 παράγραφος 1 της δεύτερης οδηγίας, ακόμη και όταν το παράπτωμα έχει διαπραχθεί πριν την 1η Ιουλίου 1995 (βλέπε υπόθεση του ΔΕΚ 230/97, σημείο 2 του διατακτικού της απόφασης).
Εάν ένα πολίτης της Κοινότητας άλλαξε τον τόπο κατοικίας του μετά την 1η Ιουλίου 1995 (παραδείγματα 1 και 2) και δεν αντικατέστησε την άδειά του, ο κάτοχος της αδείας δεν έχει διαπράξει παράβαση διότι η αντικατάσταση είναι πλέον εθελούσια. Στις περιπτώσεις αυτές αποκλείεται η επιβολή οιασδήποτε κύρωσης, ποινικής ή διοικητικής.
Β. ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ
Β.1. Αναγνώριση των αδειών με μειωμένα δικαιώματα κατά την αντικατάστασή τους
Β.1.1. Νομική θέση
Με βάση το καθεστώς της πρώτης οδηγίας, η αρχική άδεια παραμένει σε ισχύ στο κράτος μέλος έκδοσής της. Η άδεια οδήγησης που εκδίδεται σε αντικατάστασή της αποτελεί απλώς απόδειξη του δικαιώματος οδήγησης αλλά δεν καθορίζει το δικαίωμα, καθόσον το δικαίωμα οδήγησης καθορίζεται από το κράτος μέλος έκδοσης(19). Από άποψη παράγωγου κοινοτικού δικαίου, μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ, δεν υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ εγγράφου της αδείας και δικαιώματος οδήγησης. Εφόσον η οδηγία, εκτός όλων των άλλων, εναρμονίζει τις κατηγορίες αδειών, την ελάχιστη ηλικία του κατόχου και τους όρους έκδοσης μιας αδείας, και εφόσον επομένως οι άδειες δείχνουν με σαφήνεια τι δικαιούται ο κάτοχος αδείας, όλα τα δικαιώματα που αναγράφονται σε μια άδεια πρέπει να αναγνωρίζονται σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Το πεδίο εφαρμογής των δικαιωμάτων των αδειών που χορηγήθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1996 δεν είναι δυνατόν να καθορίζεται στο έγγραφο της αδείας. Για τις άδειες αυτές ισχύει το άρθρο 10 της δεύτερης οδηγίας: οι πίνακες ισοτιμιών, οι οποίοι καταρτίσθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 10 της δεύτερης οδηγίας, καθορίζουν τα ισχύοντα δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 3 της δεύτερης οδηγίας. Επίσης, το άρθρο 8 της οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ ορίζει ότι το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να εκδίδει άδεια οδήγησης για την αντίστοιχη κατηγορία ή κατηγορίες του δεδομένου κατόχου αδείας. Ο περιορισμός των δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί σε άλλα κράτη μέλη (τα οποία ασκούνταν ευρέως πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ) μπορεί λοιπόν να δικαιολογηθεί μόνον εφόσον αποτελεί περιορισμό του εγγράφου και όχι του αρχικού δικαιώματος οδήγησης.
Εφόσον ο κάτοχος ήταν υποχρεωμένος να λάβει διαφορετικό έγγραφο κατά την αντικατάσταση της αδείας του, δεν ήταν δυνατόν να παρουσιάσει απόδειξη του αρχικού του δικαιώματος με το (περιορισμένο) έγγραφο. Έτσι δεν είχε το δικαίωμα να οδηγεί οχήματα κατηγοριών άλλων εκτός από εκείνες που αναγράφονταν στην άδεια.
Εφόσον ένας περιορισμός που έχει επιβληθεί από το κράτος μέλος υποδοχής με βάση την οδηγία 80/1263/ΕΟΚ ίσχυε μόνον στην εθνική επικράτεια, τα υπόλοιπα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να αναγνωρίσουν τον περιορισμό, εφόσον ο κάτοχος της αδείας μεταφέρει τον τόπο κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος. Συνεπώς τα δικαιώματα ενός κατόχου αδείας, τα οποία είναι περιορισμένα στο κράτος μέλος υποδοχής, μπορούν είτε να περιορισθούν είτε να επεκταθούν περισσότερο σε περίπτωση διαδοχικής αλλαγής του τόπου κατοικίας σε τρίτο κράτος μέλος.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 (τελευταία φράση) της οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ, το κράτος μέλος υποδοχής έχει το δικαίωμα να απορρίψει την αντικατάσταση μιας αδείας μόνον σε περίπτωση που εθνικές του διατάξεις αποκλείουν την έκδοσή της.
Β.1.2. Περιπτώσεις καταστάσεων
Παράδειγμα 4:
Ένας Γερμανός κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στη Γαλλία πριν από την 1η Ιουλίου 1995. Σύμφωνα με την πρακτική αντικατάστασης την εποχή εκείνη, του χορηγήθηκε γαλλική άδεια κατηγορίας Β, η οποία παρέχει το δικαίωμα οδήγησης οχημάτων έως 3,5 τόνων, σε αντικατάσταση της γερμανικής του αδείας "Klasse 3", η οποία παρέχει το δικαίωμα οδήγησης οχημάτων έως 7,5 τόνων (ή ακόμη και 18,25 τόνων) στη γερμανική επικράτεια. Εξακολουθώντας να είναι κάτοικος της Γαλλίας, ζητεί το πλήρες δικαίωμα που απορρέει από το αρχικό γερμανικό δικαίωμα οδήγησης μετά την 1η Ιουλίου 1996, επικαλούμενος την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Παράδειγμα 5:
Όπως στο παράδειγμα 4, το αρχικό δικαίωμα έχει περιορισθεί. Μετά την 1η Ιουλίου 1996 ο κάτοχος αδείας μετακομίζει σε τρίτο κράτος μέλος και ζητεί πλήρη αναγνώριση του αρχικού του δικαιώματος οδήγησης εκεί.
Παράδειγμα 6:
Όπως στο παράδειγμα 4, το αρχικό δικαίωμα έχει περιορισθεί. Μετά την 1η Ιουλίου 1996 ο κάτοχος αδείας μετακομίζει πίσω στο κράτος μέλος έκδοσης και ζητεί το πλήρες αρχικό του δικαίωμα οδήγησης εκεί, σύμφωνα με το αρχικό δικαίωμα οδήγησης, το οποίο του είχε χορηγηθεί επ' ευκαιρία της έκδοσης της αρχικής αδείας στο κράτος έκδοσης.
Β.1.3. Λύση
Στην παράγραφο 32 της υπόθεσης C-193/94, το ΔΕΚ διευκρίνισε ότι το αρχικό δικαίωμα οδήγησης παραμένει αμετάβλητο και έγκυρο στο κράτος μέλος έκδοσης. Επίσης, η οδηγία 91/439/ΕΟΚ δεν παραπέμπει σε διαχωρισμό μεταξύ δικαιώματος οδήγησης και εγγράφου οδήγησης και θεσπίζει την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών. Η διατήρηση ή η πλήρης ανάκτηση του αρχικού δικαιώματος οδήγησης είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς ύπαρξης του δικαιώματος στο κράτος μέλος έκδοσης, ανεξάρτητα από την καθιέρωση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Η ανάκτηση των δικαιωμάτων που έχουν περιορισθεί βασίζεται λοιπόν σε διαφορετικούς νομικούς λόγους από τη διατήρηση των διευρυμένων δικαιωμάτων (βλέπε κατωτέρω).
Όσον αφορά τη διεκδίκηση αναγνώρισης του αρχικού δικαιώματος οδήγησης μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ είτε στο κράτος υποδοχής ή σε τρίτο κράτος μέλος (παραδείγματα 4 και 5), από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι ο κάτοχος αδείας δεν μπορεί να ζητήσει τα πλήρη αρχικά του δικαιώματα. Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να αναγνωρίζουν μόνον το έγγραφο της αδείας. Στα παραδείγματα που αναφέρθηκαν, το έγγραφο αυτό παρέχει απόδειξη λιγότερων δικαιωμάτων από το αρχικό δικαίωμα οδήγησης. Εφόσον το αρχικό δικαίωμα οδήγησης παρέμεινε αμετάβλητο μόνον στο κράτος μέλος έκδοσης, η ανάκτηση του δικαιώματος αυτού σε άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί επομένως να βασισθεί στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, αφού η πλήρης επέκταση του δικαιώματος δεν αναφέρεται ρητά στο έγγραφο.
Εάν ο κάτοχος διεκδικήσει πλήρη αναγνώριση του αρχικού του δικαιώματος οδήγησης στο κράτος μέλος έκδοσης (παράδειγμα 6), αυτός δικαιούται να ανακτήσει το δικαίωμα αυτό, αφού το αρχικό δικαίωμα οδήγησης παρέμεινε αμετάβλητο εκεί σύμφωνα με τις αρχές που όρισε το ΔΕΚ(20).
Συνιστάται να χορηγούνται στους κατόχους αδείας, οι οποίοι δικαιούνται να ζητήσουν τα προηγούμενα δικαιώματά τους, τα διευρυμένα δικαιώματα μόνον κατόπιν αίτησης και μετά την κατάθεση της αδείας που έχει εκδοθεί σε αντικατάσταση. Κατά τον τρόπο αυτό μπορούν να αναγράφονται όλα τα δικαιώματα στη νέα άδεια που θα εκδώσει το κράτος μέλος έκδοσης.
Β.2. Αναγνώριση αδειών με πρόσθετα δικαιώματα κατά την αντικατάστασή τους
Β.2.1. Νομική θέση
Από την πρώτη και την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ, καθώς και από το άρθρο 13 αυτής, που κατάργησε πλήρως την οδηγία 80/1263/ΕΟΚ, απορρέει ότι ισχύει μόνον η πλήρης αμοιβαία αναγνώριση με την έναρξη ισχύος της δεύτερης οδηγίας. Στις περιπτώσεις που χορηγήθηκαν πρόσθετα δικαιώματα κατά την αντικατάσταση, τα δικαιώματα αυτά δεν απορρέουν από το αρχικό δικαίωμα οδήγησης αλλά χορηγήθηκαν με βάση την εφαρμογή της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας στο κράτος μέλος υποδοχής. Έτσι, ο περιορισμός των επεκταθέντων δικαιωμάτων μετά την εκ των υστέρων αλλαγή του τόπου κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος ή στο κράτος μέλος έκδοσης είναι αποδεκτός εφόσον η δεύτερη αλλαγή του τόπου κατοικίας επήλθε πριν από την έναρξη ισχύος της δεύτερης οδηγίας. Τα πράγματα έχουν έτσι διότι το επεκταθέν δικαίωμα χορηγήθηκε βάσει της εθνικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
Μόνον τα δικαιώματα που αναγράφονται στα έγγραφα της αδείας πρέπει να αναγνωρίζονται πλήρως από την έναρξη της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ. Σε περίπτωση διαδοχικής αλλαγής του τόπου κατοικίας του κατόχου της αδείας μετά την 1 Ιουλίου 1996, ο περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών αποκλείεται εν γένει, διότι οι δυνατότητες περιορισμένης εφαρμογής των εθνικών κανόνων είναι μειωμένες βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ.
Β.2.2. Περιπτώσεις καταστάσεων
Παράδειγμα 7:
Ένας Γάλλος κάτοχος αδείας κατηγορίας Β που έχει το δικαίωμα να οδηγεί οχήματα έως 3,5 τόνων το 1990 μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στη Γερμανία. Εκεί του χορηγήθηκε σε αντικατάσταση η συνήθης άδεια "Klasse 3", η οποία παρέχει το δικαίωμα οδήγησης οχημάτων έως 7,5 τόνων (ή ακόμη και 18,25 t). Πριν από την 1η Ιουλίου 1996 ο κάτοχος επανέφερε τον τόπο κατοικίας του στη Γαλλία, όπου ήταν υποχρεωμένος να αντικαταστήσει και πάλι τη γερμανική άδεια με τη γαλλική, η οποία περιορίζει το γερμανικό δικαίωμα. Μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ ο κάτοχος της αδείας διεκδικεί πλήρη αναγνώριση των γερμανικών δικαιωμάτων.
Παράδειγμα 8:
Ένας Ιρλανδός κάτοχος αδείας Β μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1993. Εκεί σε αντικατάσταση της αρχικής του αδείας, του χορηγήθηκε άδεια η οποία παρέχει επιπλέον το δικαίωμα οδήγησης οχημάτων των κατηγοριών C1 και C1+E, όπως και των κατηγοριών D1 και D1+E "για μη επαγγελματική χρήση". Μετά την επαναφορά του τόπου κατοικίας του στην Ιρλανδία μετά την 1η Ιουλίου 1996, επικαλείται την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης που θεσπίζει το άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ και αντιτίθεται σε οιαδήποτε αλλαγή των δικαιωμάτων της βρετανικής αδείας η οποία είχε εκδοθεί σε αντικατάσταση.
Παράδειγμα 9:
Ένας Γάλλος κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στη Γερμανία πριν από την 1η Ιουλίου 1996, όπου το δικαίωμα οδήγησης που είχε επεκτάθηκε στην "Klasse 3". Πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ άλλαξε τον τόπο κατοικίας του από τη Γερμανία σε τρίτο κράτος μέλος, όπου ζητεί πλήρη αναγνώριση του επεκταθέντος δικαιώματός του.
Παράδειγμα 10:
Όπως στο παράδειγμα 9, το αρχικό δικαίωμα επεκτάθηκε επ' ευκαιρία αντικατάστασης της αδείας. Μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ, ο κάτοχος της αδείας μεταφέρει τον τόπο κατοικίας του σε τρίτο κράτος μέλος και ζητεί πλήρη αναγνώριση του επεκταθέντος δικαιώματός του με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Β.2.3. Λύση
Στην περίπτωση της αδείας που επεκτάθηκε επ' ευκαιρία της αντικατάστασής της αλλά περιορίσθηκε και πάλι λόγω της μετέπειτα αλλαγής του τόπου κατοικίας ξανά στο κράτος μέλος έκδοσης πριν από την 1η Ιουλίου 1996 (παράδειγμα 7), ο περιορισμός αυτός θα μπορούσε να διατηρηθεί, ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ. Ο κάτοχος, του οποίου η άδεια επεκτάθηκε για κάποια χρονική περίοδο στο παρελθόν αλλά περιορίσθηκε και πάλι πριν από την έναρξη ισχύος της αμοιβαίας αναγνώρισης, δεν έχει νομικούς λόγους στους οποίους να μπορεί να στηρίξει τη διατήρηση της επέκτασης των δικαιωμάτων. Το έγγραφο του κατόχου, το οποίο περιέχει τα επεκταθέντα δικαιώματα, έχει αντικατασταθεί και περιέχει πλέον το αρχικό δικαίωμα· το αρχικό δικαίωμα οδήγησης παραμένει αμετάβλητο.
Εάν η άδεια επεκτάθηκε επ' ευκαιρία της αντικατάστασής της και ο κάτοχος επανέφερε τον τόπο κατοικίας του στο κράτος έκδοσης μετά την 1η Ιουλίου 1996 (παράδειγμα 8), τα επεκταθέντα δικαιώματά του πρέπει να αναγνωρισθούν πλήρως σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Η εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 2 αποκλείει τον μετέπειτα περιορισμό αυτών των επεκταθέντων δικαιωμάτων, όπως και κάθε παραπομπή στα αρχικά λιγότερο επεκταθέντα δικαιώματα.
Εάν τα δικαιώματα επεκτάθηκαν και ο κάτοχος μετέφερε τον τόπο κατοικίας του σε τρίτο κράτος μέλος πριν από την 1η Ιουλίου 1996 (παράδειγμα 9), ο μετέπειτα περιορισμός των διευρυμένων δικαιωμάτων του παραμένει νομικά επιτρεπτός, εφόσον το τρίτο κράτος μέλος ασκεί ενδεχομένως αυστηρότερη πολιτική έκδοσης των αδειών από το κράτος μέλος όπου επεκτάθηκε η άδεια. Επιπλέον, το τρίτο κράτος μέλος οφείλει να αναγνωρίσει το αρχικό δικαίωμα οδήγησης που παραχωρήθηκε από το κράτος μέλος έκδοσης, μπορεί όμως να το περιορίσει στην επικράτειά του.
Εάν ο κάτοχος της αδείας με επεκταθέντα δικαιώματα μετέφερε τον τόπο κατοικίας του σε τρίτο κράτος μέλος μετά την 1η Ιουλίου 1996 (παράδειγμα 10), κάθε τρίτο κράτος μέλος είναι υποχρεωμένο να αναγνωρίσει όλα τα δικαιώματα, ακόμη και εκείνα τα οποία παραχωρήθηκαν επιπροσθέτως από δεύτερο κράτος μέλος, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης (βλέπε παράδειγμα 8).
Σε περίπτωση κλοπής ή απώλειας αδείας που περιείχε επεκταθέντα δικαιώματα (παραδείγματα 8 και 10), ισχύουν τα ακόλουθα: το κράτος μέλος έκδοσης έχει πάντοτε στην κατοχή του την αρχική άδεια. Εάν ο κάτοχος της αδείας έχει εκεί τον τόπο κατοικίας του (παράδειγμα 8), οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να προβούν σε έρευνες σε συνεργασία με τις αρχές που χορήγησαν τα επεκταθέντα δικαιώματα και είναι υποχρεωμένες να εκδώσουν νέα άδεια, η οποία να περιέχει όλα τα δικαιώματα. Στο παράδειγμα 10, το κράτος μέλος υποδοχής είναι αρμόδιο να εκδώσει τη νέα άδεια σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5, που θα περιέχει όλα τα δικαιώματα που είχαν χορηγηθεί προηγουμένως.
Σημειώνεται ότι οι νομικές λύσεις που προτείνονται ανωτέρω δεν μπορούν να οδηγήσουν σε νέο "τουρισμό αδειών"(21): επειδή η οδηγία 91/439/ΕΟΚ έχει μεταφερθεί σε όλα τα κράτη μέλη, οι κατηγορίες αδειών και οι όροι έκδοσής τους έχουν εναρμονιστεί. Επομένως δεν μπορούν να αποκτηθούν επεκταθέντα δικαιώματα πλέον μετά τη μεταφορά της δεύτερης οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Τα δικαιώματα που υπερβαίνουν εκείνα που ορίζει το άρθρο 3 της οδηγίας (π.χ. σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4) ισχύουν μόνο στην εθνική επικράτεια και στην άδεια αναγράφεται μόνον το βασικό δικαίωμα όπως ορίζει το άρθρο 3. Τα υπόλοιπα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να αναγνωρίζουν αυτά τα επεκταθέντα δικαιώματα, ακόμη και αν έχουν χορηγηθεί σύμφωνα με τη δεύτερη οδηγία.
Β.2.4. Επεξηγηματική παρατήρηση σχετικά με κάποια εναλλακτική λύση
Ο περιορισμός των επεκταθέντων δικαιωμάτων στα αρχικά δικαιώματα στο κράτος έκδοσης μετά την 1η Ιουλίου 1996 θα ήταν σε αντίθεση με τις βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ιδίως με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης. Κάθε πολίτης της Κοινότητας μπορεί να επικαλείται δικαιώματα, τα οποία του έχουν παραχωρηθεί από τη δεύτερη οδηγία, ακόμα και στο κράτος μέλος του. Η αναφορά αυτή μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς διακρίσεις σχετικά με τον τόπο έκδοσης της αδείας, ο οποίος είναι το κράτος μέλος όπου έχει τον τόπο κατοικίας του ο κάτοχος της αδείας(22).
Επίσης, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό μόνον στο κράτος έκδοσης. Σε περίπτωση που ο κάτοχος ενός τέτοιου δικαιώματος αλλάξει τον τόπο κατοικίας του σε τρίτο κράτος εντός της ΕΕ (βλέπε παράδειγμα 10), πρέπει να αναγνωρισθεί το πλήρες δικαίωμά του στο τρίτο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ.
Β.3. Παράλειψη κατάθεσης του αρχικού εγγράφου
Β.3.1. Νομική θέση
Εάν οι οδηγοί έχουν υπό την κατοχή τους περισσότερες από μία άδειες διότι δεν αντικατέστησαν την αρχική άδεια ή εσφαλμένα απέκτησαν αντίγραφό της, είναι προφανές ότι παραβιάζουν το άρθρο 7 παράγραφος 5 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ. Η κατοχή αδειών περισσότερων της μιας είναι επίσης σε αντίθεση με την πρώτη οδηγία, καθόσον η πρώτη οδηγία προδιαγράφει την υποχρεωτική αντικατάσταση των αδειών εντός ενός έτους από τη μεταφορά του τόπου κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος.
Το άρθρο 7 παράγραφος 5 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ προβλέπει σαφώς και αναμφισβήτητα ότι κανένας δεν μπορεί να έχει υπό την κατοχή του άδεια οδήγησης από κράτη μέλη περισσότερα του ενός. Εάν ο κάτοχος περισσότερων της μιας αδειών επικαλεστεί την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μετά την 1η Ιουλίου 1996, το πράττει αυτό καταχρηστικά.
Επίσης, το ΔΕΚ έχει πάντοτε υποστηρίξει(23) ότι τα κράτη μέλη έχουν ενδεχομένως νόμιμα συμφέροντα να αποτρέπουν ορισμένους υπηκόους τους, με μέσα που τους παρέχονται βάσει της συνθήκης, από την απόπειρα να αποφεύγουν την εθνική νομοθεσία. Εφόσον το νόμιμο συμφέρον είναι το ίδιο, φαίνεται σκόπιμη η ανάλογη εφαρμογή του κανόνα αυτού σε όλους τους κατοίκους στην εθνική επικράτεια, οι οποίοι ενδεχομένως είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να εμποδίζουν πολίτες (και κατοίκους) να επικαλούνται διατάξεις του κοινοτικού δικαίου με δόλιο ή καταχρηστικό τρόπο.
Β.3.2. Περιπτώσεις καταστάσεων
Παράδειγμα 11:
Ένας πολίτης της ΕΚ μετέφερε τον τόπο κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος πριν από την 1η Ιουλίου 1995 και αντικατέστησε την άδειά του εκεί. Η αρχική άδεια επιστράφηκε στις αρχές έκδοσης, ο κάτοχος της αδείας όμως (παράνομα) κράτησε αντίγραφο της αρχικής αδείας. Μετά την 1η Ιουλίου 1996 ζητεί τα αρχικά του δικαιώματα στο κράτος μέλος υποδοχής που συνδέονται με το αρχικό δικαίωμα οδήγησης, το οποίο μπορεί πάντοτε να αποδείξει παρουσιάζοντας το αντίγραφο της αδείας.
Παράδειγμα 12:
Ένας πολίτης της Κοινότητας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στη Νορβηγία ή τη Σουηδία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994. Στις χώρες αυτές, οι κάτοχοι αδείας δεν ήταν υποχρεωμένοι να καταθέτουν τις αρχικές άδειές τους στις αρχές μετά την έκδοση της εθνικής αδείας. [Σημείωση: είναι πιθανό αυτό να συνέβη και σε άλλα κράτη μέλη.] Μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ και σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης στο άρθρο 1 παράγραφος 2, ο εν λόγω κάτοχος αδείας διεκδίκησε το αρχικό του δικαίωμα (χωρίς να έχει αλλάξει τον τόπο κατοικίας του) το οποίο μπορεί να αποδείξει ότι έχει με την αρχική άδεια.
Β.3.3. Λύση
Τα κράτη μέλη οφείλουν να ζητούν από έναν κάτοχο αδείας να καταθέτει όλα τα έγγραφα αδείας στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και να εκδίδουν νέα άδεια κατόπιν, μόλις ενημερωθούν ότι ο κάτοχος έχει περισσότερες άδειες. Η προσέγγιση αυτή είναι εφαρμόσιμη και στο παράδειγμα 11 και στο παράδειγμα 12.
Η κατάσταση που θα προέκυπτε όσον αφορά την επέκταση των δικαιωμάτων εάν το κοινοτικό δίκαιο είχε τηρηθεί πλήρως εξ αρχής, απομένει να εξακριβωθεί. Εάν ένας οδηγός έχει στην κατοχή του δύο άδειες, εκ των οποίων η μία περιέχει πολύ πιο εκτεταμένα δικαιώματα από την άλλη, και εφόσον αυτή η τελευταία είναι το μόνο έγγραφο που θα είχε ουσιαστικά στην κατοχή του εάν είχε συμμορφωθεί προς την κοινοτική νομοθεσία εξ αρχής, τα πρόσθετα δικαιώματα είναι δυνατόν να περιοριστούν ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ. Η λύση αυτή ισχύει για τις περιπτώσεις απάτης όπως εκείνη στο παράδειγμα 11.
Σε περίπτωση που ο κάτοχος αδείας είναι υπήκοος του κράτους μέλους που επιβάλλει αντικατάσταση της αδείας, η νομική βάση για τη διαδικασία που περιγράφηκε προηγουμένως προκύπτει από τη σχετική νομολογία του ΔΕΚ που προαναφέρθηκε. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποτρέπουν τους υπηκόους τους να επικαλούνται την κοινοτική νομοθεσία (π.χ.: την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης) με καταχρηστικό ή δόλιο τρόπο (παράδειγμα 11).
Όσον αφορά την επιβολή διοικητικών ποινών σε περίπτωση απάτης (παράδειγμα 11), υπενθυμίζεται η περιγραφή της επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παράλειψης αντικατάστασης της αδείας (τμήμα Β.4.4 ανωτέρω).
Όσον αφορά το παράδειγμα 12 όμως, στο οποίο η κατάσταση που περιγράφεται απορρέει από εθνικούς κανόνες χωρών μη μελών την εποχή εκείνη του ΕΟΧ και επομένως μη υποχρεωμένων να εφαρμόζουν τις διατάξεις της πρώτης οδηγίας, κανενός είδους κυρώσεις δεν μπορούν να επιβληθούν σε όσους έχουν περισσότερες άδειες. Το ίδιο ισχύει για τα κράτη μέλη που ακολουθούσαν την ίδια πρακτική παρά την υποχρέωση συμμόρφωσής τους προς το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον δεν επιτρέπεται να επιβάλλονται κυρώσεις για νομοθετικές παραλείψεις ή παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου από το κράτος μέλος υποδοχής σε πολίτες κατοίκους άλλου κράτους μέλους. Οι συγκεκριμένοι κάτοχοι κράτησαν νόμιμα τα έγγραφά τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που ίσχυε την εποχή εκείνη. Όσον αφορά τις χώρες που αρχικά ήταν εκτός πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, σημειώνεται ότι αποκλείεται η αναδρομική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου όταν η δεδομένη χώρα έχει προσχωρήσει στον ΕΟΧ.
Γ. ΑΔΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Γ.1. Μη τήρηση του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο α)
Γ.1.1. Νομική θέση
Εάν οι άδειες έχουν εκδοθεί αντίθετα προς τις διατάξεις του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ, πρέπει να καθορίζεται ποια είναι η αρμόδια αρχή για την ανάκληση των αδειών στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κάτοχος άλλαξε τον τόπο κατοικίας του εντός της ΕΕ.
Σε γενικές γραμμές, ένα κράτος μέλος οφείλει να αναγνωρίζει τις άδειες που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2, ακόμη και όταν το κράτος μέλος έκδοσης δεν έχει συμμορφωθεί προς τους κανόνες που ορίζει το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) της δεύτερης οδηγίας. Επομένως, το κράτος μέλος υποδοχής δεν δικαιούται να απορρίψει την αναγνώριση αδειών που δεν έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας.
Παρά την υποχρέωση αναγνώρισης των αδειών, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να εφαρμόζει ορισμένους εθνικούς κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3. Μόνο σε πολύ ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά στην οδηγία 91/439/ΕΟΚ(24), το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απορρίψει την αναγνώριση της αδείας.
Γ.1.2. Περιπτώσεις καταστάσεων
Παράδειγμα 13:
Μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ, το κράτος μέλος Α εκδίδει άδειες βάσει κανόνων της εθνικής του νομοθεσίας θεσπισμένων πριν από την ημερομηνία αυτή, οι οποίοι αντιβαίνουν τις διατάξεις της οδηγίας. Το κράτος μέλος Β αρνείται να αναγνωρίσει τις άδειες των κατόχων που μεταφέρουν τον τόπο κατοικίας τους στο κράτος μέλος Β.
Γ.1.3. Λύση
- Το κράτος μέλος έκδοσης δεν μετέφερε έγκαιρα την οδηγία στο εθνικό του δίκαιο
Στην περίπτωση αυτή, τα υπόλοιπα κράτη μέλη οφείλουν να αναγνωρίσουν τις άδειες, οι οποίες έχουν εκδοθεί αντίθετα προς την κοινοτική νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να εφαρμόζει τους εθνικούς του κανόνες μόνον εντός των ορίων του άρθρου 1 παράγραφος 3. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη σε αρκετές διαδικασίες παράβασης κατά κρατών μελών που δεν μετέφεραν την οδηγία την 1η Ιουλίου 1996 και τα συγκεκριμένα κράτη μέλη την μετέφεραν στη συνέχεια. Ωστόσο, εκδόθηκαν εκατομμύρια αδειών μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της δεύτερης οδηγίας και των (συχνά καθυστερημένων) ημερομηνιών μεταφοράς της οδηγίας. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται.
- Μη τήρηση του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) παρά τη μεταφορά της δεύτερης οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο
Στην περίπτωση αυτή, ισχύει ειδική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις της δεύτερης οδηγίας και της προηγούμενης νομοθεσίας:
Καταρχήν, το κράτος μέλος υποδοχής ζητεί πρόσθετες πληροφορίες από το κράτος μέλος έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3 της οδηγίας. Σε σύγκριση με την οδηγία 80/1263/ΕΟΚ, η δεύτερη οδηγία δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αμοιβαία συνδρομή μεταξύ κρατών μελών (η οποία προκύπτει από τη νέα διατύπωση του άρθρου 12 παράγραφος 3 - σε σύγκριση με το άρθρο 12 παράγραφος 3 της οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ). Το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διευκρίνισαν το πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης δηλώνοντας τα ακόλουθα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έκδοσης της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ: "Το Συμβούλιο και η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι οι διατάξεις της οδηγίας όσον αφορά την πλήρη αμοιβαία αναγνώριση των αδειών απαιτούν στενότερη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών. Εν προκειμένω, αυτό συνεπάγεται ιδίως την αποκατάσταση αμοιβαίας ανταλλαγής πληροφοριών ...".
Εάν το κράτος μέλος έκδοσης παρέχει ανεπαρκείς ή μη ικανοποιητικές πληροφορίες, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να προσφύγει στη συνέχεια στο ΔΕΚ, σύμφωνα με το άρθρο 227 της συνθήκης ΕΚ, ή μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να προσφύγει στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ.
Το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι εν γένει αρμόδιο να αποφασίζει για τη μη αναγνώριση αδειών, οι οποίες ενδεχομένως εκδόθηκαν σε αντίθεση με την κοινοτική νομοθεσία, διότι διαφορετικά η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα απέβαινε αναποτελεσματική. Μόνον όταν δεν τελεσφορεί η διαδικασία που προαναφέρθηκε και σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις(25), επιτρέπεται η απόρριψη αναγνώρισης των αδειών που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος.
Το δικαίωμα αυτό ενός κράτους μέλους απορρέει από την ανάλογη εφαρμογή κανόνων που έχουν θεσπιστεί με απόφαση του ΔΕΚ(26) και πρέπει να εφαρμόζεται με πολύ περιορισμένο τρόπο. Η εν λόγω απόφαση εμμένει επίσης στην προφανή φύση της έκρυθμης κατάστασης. Παραπέμπει επίσης στην απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση C-212/97 (Centros Ltd), η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να αποτρέπουν ορισμένους υπηκόους τους, καθώς και πολίτες άλλων κρατών μελών που κατοικούν στην επικράτειά τους, να επικαλούνται διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας (π.χ.: την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης) με δόλιο ή καταχρηστικό τρόπο(27).
Γ.2. Μη τήρηση του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο β)
Γ.2.1. Νομική θέση
Το κράτος μέλος υποδοχής είναι υποχρεωμένο να αναγνωρίζει τις άδειες που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2, ανεξάρτητα από το γεγονός εάν η άδεια έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή όχι.
Με βάση την εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 2 της δεύτερης οδηγίας, κύριος σκοπός του οποίου ήταν περισσότερο να διώκονται τα σοβαρά τροχαία παραπτώματα παρά οι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου, το κράτος μέλος υποδοχής είναι αρμόδιο να περιορίζει στην επικράτειά του το δικαίωμα χρήσης μιας άδειας οδήγησης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Το άρθρο 8 παράγραφος 2 πρέπει να εφαρμόζεται με δέουσα τήρηση της αρχής της εδαφικότητας των ποινικών και αστυνομικών διατάξεων.
Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 παράγραφος 2 διευκρινίστηκε με τα σχόλια στην πρόταση της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ: "Οι εθνικές διατάξεις σχετικά με την αναστολή ή ανάκληση του δικαιώματος χρήσης της άδειας οδήγησης πρέπει να εφαρμόζονται στους οδηγούς που δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση ή την ανανέωση αδειών όσον αφορά τις γνώσεις, τα προσόντα και τη συμπεριφορά που συνδέονται με την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, καθώς και όσον αφορά την ιατρική κατάσταση του οδηγού, [...]".
Επομένως η εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 2 για παραβιάσεις της απαίτησης για τον τόπο κατοικίας αποκλείεται εν γένει, καθόσον η διατύπωση αποσκοπεί στην επιβολή κυρώσεων για τη μη τήρηση πραγματικών όρων (ιδίως την κατάσταση υγείας και τις απαιτήσεις γνώσεων) παρά για τη μη τήρηση της επίσημης απαίτησης για τον τόπο κατοικίας.
Γ.2.2. Περιπτώσεις καταστάσεων
Παράδειγμα 14:
Ένας κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος το 1980 και άρχισε να εργάζεται εκεί. Το 1997 εγγράφεται στον τοπικό διοικητικό φορέα της χώρας καταγωγής του, όπου είναι εγγεγραμμένοι ορισμένοι συγγενείς του που διαμένουν εκεί. Έξι μήνες αργότερα, εργαζόμενος πάντοτε στο κράτος μέλος υποδοχής, ο κάτοχος αδείας αποκτά άδεια οδήγησης στη χώρα καταγωγής του κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών. Η άδεια δεν αναγνωρίζεται από τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, οι οποίες διατείνονται ότι ο κάτοχος της αδείας είναι μόνιμος κάτοικος του κράτους μέλους υποδοχής και όχι του κράτους έκδοσης.
Γ.2.3. Λύση(28)
Σε γενικές γραμμές, τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται να αρνούνται την αναγνώριση αδειών που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη, εκτός εάν οι άδειες αυτές πληρούν τις διαδικαστικές προδιαγραφές που περιγράφηκαν προηγουμένως για γενικές περιπτώσεις. Αυτό σημαίνει ότι πρώτα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη πρέπει να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους και ότι η Επιτροπή ή το κράτος μέλος πρέπει να προσφύγει κατόπιν στο ΔΕΚ σύμφωνα με τα άρθρα 226 και 227 της συνθήκης ΕΚ.
Τα ίδια τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αποφασίζουν εάν έχει τηρηθεί η απαίτηση του τόπου κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος. Έτσι, τα κράτη μέλη δεν είναι εν γένει αρμόδια να αρνούνται την αναγνώριση αδειών που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη ή να ανακαλούν το έγγραφο χωρίς να ακολουθούν τη διαδικασία που περιγράφηκε.
Μόνον οι αρχές του κράτους μέλους όπου ο κάτοχος έχει τον τόπο κατοικίας του είναι αρμόδιες να εκδίδουν ή να ανανεώνουν τις άδειες. Εάν η ανωτέρω διαδικασία αποδείξει ότι η απαίτηση για τον τόπο κατοικίας δεν πληρούται, οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής είναι αρμόδιες να ανακαλέσουν το έγγραφο και να το επιστρέψουν στο κράτος έκδοσης. Στις περιπτώσεις αυτές, εκπίπτει επίσης το δικαίωμα οδήγησης, καθόσον ο κάτοχος δεν πληροί όλες τις τυπικές απαιτήσεις για την απόκτηση άδειας οδήγησης.
Δεδομένου ότι θα υπάρξουν ενδεχομένως πολλές περιπτώσεις καταστάσεων, θα εξετασθεί η περίπτωση εναλλακτικής διαδικασίας:
Θα μπορούσε να ζητείται επίσημη υπεύθυνη δήλωση από τον αιτούντα την άδεια (ή επ' ευκαιρία ανανέωσης της άδειας), στην οποία να δηλώνει ότι είναι κάτοικος της αντίστοιχης χώρας και ότι ούτε έχει στην κατοχή του άλλη άδεια οδήγησης ούτε του έχει αφαιρεθεί άλλη άδεια. Η μη συμμόρφωση προς την απαίτηση του τόπου κατοικίας θα είναι έτσι δόλια πράξη του ατόμου, το οποίο μπορεί να διωχθεί απευθείας σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού ποινικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή το κράτος μέλος υποδοχής θα μπορούσε να ανακαλέσει την άδεια (μόνο στην επικράτειά του), αφού προηγουμένως εφαρμόσει τη διαδικασία που προαναφέρθηκε, και να επιστρέψει την άδεια στο κράτος έκδοσης, το οποίο τότε θα μπορούσε να ανακαλέσει τελείως την άδεια εξαιτίας της δόλιας πράξης.
Δ. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ
Δ.1. Νομική θέση
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ, το κράτος μέλος υποδοχής δικαιούται να εφαρμόζει τους εθνικούς του κανόνες όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι άδειες που έχουν εκδοθεί σε άλλος κράτος μέλος. Η ημερομηνία αλλαγής του τόπου κατοικίας είναι αποφασιστική στον υπολογισμό της διάρκειας ισχύος, την οποία ένα κράτος μέλος υποδοχής προτίθεται να επιβάλει στους αλλοδαπούς κατόχους αδείας όταν μεταφέρουν στην επικράτειά του τον τόπο κατοικίας τους.
Δ.2. Περιπτώσεις καταστάσεων
Παράδειγμα 15:
Ένας Ολλανδός κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στη Γαλλία το 2000. Η ολλανδική άδειά του κατηγορίας Β ίσχυε για δέκα χρόνια και έληξε στη Γαλλία το 2005. Παρά το γεγονός ότι οι γαλλικές άδειες Β εκδίδονται εν γένει διά βίου χωρίς να είναι υποχρεωτική η αντικατάσταση ή η ανανέωσή τους, ο εν λόγω κάτοχος της αδείας θα είναι υποχρεωμένος να ανανεώσει την άδειά του έτσι ώστε να οδηγεί με έγκυρο έγγραφο.
Παράδειγμα 16:
Ένας Γάλλος κάτοχος αδείας μετέφερε τον τόπο κατοικίας του στις Κάτω Χώρες το 1995. Η γαλλική άδειά του κατηγορίας Β ίσχυε διά βίου. Οι αρχές των Κάτω Χωρών εφαρμόζουν το άρθρο 1 παράγραφος 3 και επιβάλλουν δεκαετή διάρκεια ισχύος έως το 2005.
Στις περιπτώσεις αυτές προκύπτει το ερώτημα ποιο κράτος μέλος είναι αρμόδιο για την "ανανέωση" αυτών των ληγμένων αδειών και σε ποια νομική αιτιολόγηση μπορεί να στηριχθεί η ανανέωση.
Δ.3. Λύση
Από το άρθρο 1 παράγραφος 3 προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόζει τους δικούς του εθνικούς κανόνες μόνον κατά τη διάρκεια ισχύος της αδείας.
Σε περίπτωση που ο κάτοχος της αδείας μεταφέρει τον τόπο κατοικίας του σε κράτος μέλος υποδοχής όπου η περίοδος ισχύος είναι εκτενέστερη από εκείνη του κράτους έκδοσης (ή εκεί όπου οι άδειες εκδίδονται διά βίου), οι άδειες που εκδίδονται στο αρχικό κράτος μέλος παύουν να ισχύουν από την αρχική ημερομηνία λήξεως (στο παράδειγμα 15 το 2005). Αυτό βασίζεται στο γεγονός, ότι το αρχικό (π.χ. ολλανδικό) δικαίωμα οδήγησης είναι περιορισμένο χρονικά και ότι το έγγραφο της αδείας λήγει ανεξάρτητα από το εάν ο κάτοχος αλλάζει τον τόπο κατοικίας του ή όχι. Η οδήγηση με ληγμένη άδεια δεν επιτρέπεται. Επομένως οι εθνικοί κανόνες για τη διάρκεια ισχύος του κράτους μέλους υποδοχής πρέπει να εφαρμοστούν μετά τη λήξη της αρχικής αδείας. Στο παράδειγμα 15, οι γαλλικές αρχές θα εκδώσουν γαλλική άδεια που θα ισχύει διά βίου.
Στην περίπτωση που ο κάτοχος αδείας μεταφέρει τον τόπο κατοικίας του σε κράτος μέλος υποδοχής όπου η διάρκεια ισχύος είναι βραχύτερη από εκείνη στο κράτος έκδοσης, η άδεια παύει να ισχύει μετά τη λήξη της διάρκειας ισχύος που εφαρμόζεται στο κράτος μέλος υποδοχής, η οποία υπολογίζεται από τη στιγμή που μεταφέρθηκε ο τόπος κατοικίας (το 2005 στο παράδειγμα 16).
Κάθε άλλη μέθοδος υπολογισμού της εναπομένουσας διάρκειας ισχύος στις περιπτώσεις αυτές, ιδίως με υπολογισμό της διάρκειας από τη στιγμή έκδοσης της αδείας, θα σήμαινε εκ των πραγμάτων μη αναγνώριση των αδειών(29).
Η διαφορετική προσέγγιση στα παραδείγματα 15 και 16 προκύπτει από το γεγονός ότι στη μία περίπτωση το αρχικό δικαίωμα οδήγησης αυτό καθαυτό περιορίζεται χρονικά και το έγγραφο της αδείας λήγει ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του κατόχου της αδείας, ενώ στην άλλη περίπτωση επιβάλλεται και πάλι νέος περιορισμός της διάρκειας ισχύος.
Και στις δύο περιπτώσεις μόνον το κράτος μέλος υποδοχής είναι αρμόδιο για την ανανέωση αδειών, αρμοδιότητα που προκύπτει απευθείας από το άρθρο 1 παράγραφος 3. Εάν ο κάτοχος της αδείας παραλείψει να αντικαταστήσει την άδειά του στο κράτος μέλος υποδοχής έγκαιρα, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να ζητήσει πληροφορίες από το κράτος έκδοσης με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 5 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3 το κράτος μέλος που ζητεί πληροφορίες υποχρεούται να εκδώσει νέα άδεια αφού λάβει τις πληροφορίες από το κράτος έκδοσης. Αυτό προκύπτει από την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση C-193/94, η οποία διαχωρίζει το δικαίωμα οδήγησης από το έγγραφο της αδείας, το οποίο αποτελεί μόνον αποδεικτικό στοιχείο του δικαιώματος οδήγησης. Το δικαίωμα οδήγησης εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και σε περίπτωση που λήξει το έγγραφο της αδείας. Στην περίπτωση αυτή θα εκδοθεί επομένως νέο έγγραφο αδείας.
Ε. ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΑΔΕΙΩΝ
Ε.1. Περιπτώσεις ανανέωσης
Το άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ προβλέπει την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών οδήγησης που εκδίδονται από τα κράτη μέλη. Η αρχή αυτή ισχύει κατά τον ίδιο τρόπο για τις άδειες που έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας, εφόσον αυτές εξακολουθούν να ισχύουν.
Υπό ορισμένες περιστάσεις μια άδεια οδήγησης ενδέχεται να λήξει σε άλλο κράτος μέλος ενόσω ο κάτοχος της αδείας είναι κάτοικος αυτού του κράτους μέλους:
- Η άδεια οδήγησης εξακολουθεί να ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρις ότου ο κάτοχος φθάσει κάποιο όριο ηλικίας, σύμφωνα με τους κανόνες ισχύος που εφαρμόζονται στο κράτος έκδοσης. Εάν μία από αυτές τις απαιτήσεις λήξης πληρούται ενόσω ο κάτοχος έχει τον τόπο κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος, το κράτος που είναι νομικά αρμόδιο για την ανανέωση της αδείας πρέπει να καθοριστεί.
- Ο κάτοχος μιας ισχύουσας άδειας οδήγησης αλλάζει τον τόπο κατοικίας του σε κράτος μέλος όπου ισχύει βραχύτερη διάρκεια ισχύος. Στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή των εθνικών κανόνων ισχύος στο κράτος μέλος του κανονικού τόπου κατοικίας υποχρεώνει τον κάτοχο να ανανεώσει την άδειά του μετά τη λήξη της βραχύτερης περιόδου, πρέπει δε να καθοριστεί και πάλι ποιο κράτος είναι αρμόδιο για την ανανέωση.
Οι διάρκειες ισχύος και οι ημερομηνίες λήξεως των αδειών είναι αποτέλεσμα της έλλειψης εναρμόνισης όσον αφορά τη συχνότητα ανανέωσης: σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 της οδηγίας, ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόζει τους εθνικούς του κανόνες για τη διάρκεια ισχύος.
Ε.2. Ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της δεύτερης οδηγίας
Το άρθρο 7 παράγραφος 1 της δεύτερης οδηγίας ορίζει: "Οι άδειες οδήγησης εκδίδονται επιπλέον μόνον προς τους υποψηφίους οδηγούς, οι οποίοι έχουν τον κανονικό τόπο κατοικίας τους στο κράτος μέλος έκδοσης της αδείας".
Η έκταση της διάταξης αυτής μπορεί να εκτιμηθεί μόνο σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της οδηγίας που συνδέονται με τον κανονικό τόπο κατοικίας. Το άρθρο 7 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με τον ορισμό του κανονικού τόπου κατοικίας στο άρθρο 9 διευκρινίζει ότι άδειες εκδίδονται μόνο για υποψηφίους που διαμένουν στο κράτος μέλος έκδοσης για χρονικό διάστημα άνω των 185 ημερών.
Επίσης, το άρθρο 8 παράγραφος 1 ορίζει: "Σε περίπτωση που ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως, της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει και η οποία έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος, έχει πλέον την κανονική του διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να ζητήσει την αντικατάσταση της παλαιάς του αδείας με νέα ισοδύναμη".
Το εν λόγω άρθρο καθορίζει ότι αρμόδιο για την αντικατάσταση της αδείας είναι το κράτος μέλος του τόπου κατοικίας, μία ερμηνεία η οποία στηρίζεται επίσης σε όσα ορίζει το άρθρο 7 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 9 της δεύτερης οδηγίας. Η εθελούσια αντικατάσταση των αδειών επιτρέπεται επομένως μόνον από το κράτος μέλος όπου έχει τον τόπο κατοικίας του ο κάτοχος της αδείας. Η εκτίμηση αυτή υπογραμμίζεται από την ακόλουθη παράγραφο της οδηγίας, στο άρθρο 8 παράγραφος 2: "[...] Το κράτος μέλος κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο άδειας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις και, ενδεχομένως, να προβεί, για τους σκοπούς αυτούς, σε αντικατάσταση της αδείας αυτής".
Για τον καθορισμό των νομικών αρμοδιοτήτων όσον αφορά την αντικατάσταση μιας αδείας, η οδηγία 91/439/ΕΟΚ δεν κάνει διαχωρισμό μεταξύ κατόχων αδείας που έχουν αντικαταστήσει τις άδειές τους εθελούσια και μεταξύ εκείνων που είναι υποχρεωμένοι να τις αντικαταστήσουν εξαιτίας της εφαρμογής εθνικών κανόνων (ποινικών και "αστυνομικών" διατάξεων) στο κράτος μέλος του τόπου κατοικίας. Λαμβανομένης υπόψη της δομής του άρθρου 8, η οδηγία 91/439/ΕΟΚ δεν επιτρέπει διαχωρισμό μεταξύ κατόχων αδειών που είναι υποχρεωμένοι να τις αντικαταστήσουν λόγω της εφαρμογής εθνικής ποινικής ή "αστυνομικής" διάταξης και εκείνων που οφείλουν να τις αντικαταστήσουν λόγω της εφαρμογής διοικητικών διατάξεων (π.χ. διατάξεις για τη διάρκεια ισχύος). Είναι επομένως αρκετά σαφές ότι, σε περίπτωση εθελούσιας αντικατάστασης μιας άδειας, το αποκλειστικά αρμόδιο κράτος μέλος για την αντικατάσταση της αδείας είναι εκείνο του κανονικού τόπου κατοικίας.
Μία άλλη διάταξη της οδηγίας, το άρθρο 8 παράγραφος 5, ορίζει την αποκλειστική νομική αρμοδιότητα του κράτους μέλους του τόπου κατοικίας σε άλλο πλαίσιο: "Η αντικατάσταση μιας αδείας οδήγησης, ιδίως λόγω απώλειας ή κλοπής, μπορεί να γίνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους όπου ο κάτοχος της αδείας διαμένει κανονικά".
Το άρθρο 8 παράγραφος 5 ορίζει επομένως ότι σε μια περίπτωση θεωρούμενη ως "ανανέωση" του εγγράφου αρμόδιο είναι το κράτος μέλος του τόπου διαμονής.
Επιπλέον, το άρθρο 8 παράγραφος 3 και το άρθρο 12 παράγραφος 3 της οδηγίας ορίζουν σύστημα τακτικής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών, το οποίο αποσκοπεί στη βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ κρατών μελών υποδοχής αρμόδιων για διάφορες πτυχές των αδειών που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη και των κρατών μελών έκδοσης. Το σύστημα αυτό θα ήταν τελείως αναποτελεσματικό εάν η αρμοδιότητα των κρατών μελών υποδοχής μειωθεί για την ανανέωση αδειών που έληξαν ή πρόκειται να λήξουν.
Ε.3. Λύση
Η οδηγία 91/439/ΕΟΚ ορίζει ότι κράτος μέλος υποδοχής είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την πρώτη έκδοση αδείας, την αντικατάσταση αδειών, την εφαρμογή των εθνικών ποινικών και αστυνομικών διατάξεων και την εθελούσια αντικατάσταση της αδείας. Επιπλέον, η οδηγία σκοπό έχει να καθιερώσει ένα μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κράτους μέλους υποδοχής και κράτους μέλους έκδοσης.
Από αυτό προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του κράτους μέλους έκδοσης σε περίπτωση ανανέωσης των αδειών, οι οποίες λήγουν εκτός επικρατείας του κράτους έκδοσης, θα ήταν σε αντίθεση με το σύστημα και τους σκοπούς της οδηγίας, καθώς και με τη λογική διάρθρωση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν.
Ακόμη, ένα επιχείρημα περί του αντιθέτου υπογραμμίζει τα ανωτέρω συμπεράσματα: σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τους εθνικούς τους κανόνες για τη διάρκεια ισχύος των αδειών σε όλους τους κατόχους αδείας στην επικράτειά τους. Εάν τα κράτη μέλη είχαν το δικαίωμα να αντικαθιστούν τις άδειες των κατόχων που κανονικά είναι κάτοικοι άλλου κράτους μέλους, θα υπονόμευαν την αρμοδιότητα του κράτους μέλους κανονικού τόπου κατοικίας να εφαρμόζει τους εθνικούς του κανόνες. Οι διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφος 3 θα ήταν περιττές.
Επομένως το κράτος μέλος του κανονικού τόπου κατοικίας πρέπει να θεωρείται ως αποκλειστικά αρμόδιο για όλες τις πτυχές ανανέωσης των αδειών που έχουν έχουν λήξει και δεν έχουν ανανεωθεί ακόμη ενώ εξακολουθούν να ισχύουν. Όσον αφορά αυτή την τελευταία περίπτωση, οι ληγμένες άδειες που εκδόθηκαν αρχικά από άλλο κράτος μέλος πρέπει να ανανεώνονται υπό τους ιδίους όρους ανανέωσης των ληγμένων αδειών που έχουν εκδοθεί από το κράτος μέλος κανονικής κατοικίας. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος υποδοχής εκδίδει άδειες απεριόριστης ισχύος, η ανανέωση των αδειών που έχουν εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος δεν πρέπει να θέτει όρους.
Ε.4. Διαδικαστική πτυχή
Για την ανανέωση των αδειών πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι ίδιες διοικητικές διαδικασίες ανανέωσης πρέπει να εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλους τους κατόχους αδείας, ανεξάρτητα από το γεγονός εάν η άδεια έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος όπου διενεργείται η αντικατάσταση ή σε άλλο κράτος μέλος. Αυτό αφορά όλες τις πτυχές της διαδικασίας, π.χ. την επιβολή διοικητικών τελών ή την τήρηση χρονικών περιθωρίων.
(1) ΕΕ L 375 της 31.12.1980, σ. 1.
(2) ΕΕ L 237 της 24.8.1991, σ. 1.
(3) ΕΕ L 375 της 31.12.1980, σ. 1.
(4) ΕΕ L 337 της 24.12.1994, σ. 86.
(5) ΕΕ L 235 της 17.9.1996, σ. 1.
(6) ΕΕ L 175 της 13.7.1996, σ. 34.
(7) ΕΕ L 150 της 7.6.1997, σ. 41.
(8) ΕΕ L 91 της 12.4.2000, σ. 1.
(9) ΕΕ L 237 της 21.9.2000, σ. 45.
(10) Απόφαση 2000/275/ΕΚ της Επιτροπής της 21 Μαρτίου 2000 για τις ισοδυναμίες μεταξύ ορισμένων κατηγοριών αδειών οδήγησης (ΕΕ L 91 της 12.4.2000, σ. 1).
(11) Η ακριβής διατύπωση των ορισμών προκύπτει από το συνδυασμό των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 3 της δεύτερης οδηγίας.
(12) Το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) σε συνδυασμό με το παράρτημα II σημείο 8.1.2 της δεύτερης οδηγίας προβλέπει τον εξής διαχωρισμό μεταξύ άμεσης και προοδευτικής πρόσβασης στις βαριές μοτοσικλέτες:
προοδευτική πρόσβαση: η πρόσβαση στην οδήγηση μοτοσικλετών ισχύος άνω των 25 kW ή των οποίων ο λόγος ισχύος/βάρους υπερβαίνει τα 0,16 kW/kg υπόκειται σε ελάχιστη διετή πείρα οδήγησης μοτοσικλέτας χαμηλότερων προδιαγραφών υπαγόμενης στην κατηγορία αδείας Α·
άμεση πρόσβαση: η απαίτηση για σχετική πείρα επιτρέπεται να παραλειφθεί εάν ο υποψήφιος είναι τουλάχιστον 21 ετών και με την προϋπόθεση ότι αυτός θα περάσει επιτυχώς τη δοκιμασία προσόντων και συμπεριφοράς.
(13) Σύμβαση που εκπονήθηκε βάσει του πρώην άρθρου K.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 31 πλέον της συνθήκης για την ΕΕ) προβλέπει πολύπλευρη αναγνώριση τής έκπτωσης από το δικαίωμα οδήγησης (σύμβαση σχετικά με τις αποφάσεις έκπτωσης από το δικαίωμα οδήγησης ΕΕ C 216 της 10.7.1998, σ. 2), οπότε θα μπορούσε να βελτιωθεί η κατάσταση. Μέχρι σήμερα, όμως, μόνον ένα κράτος μέλος έχει επικυρώσει τη σύμβαση αυτή.
(14) Το ΔΕΚ σημείωσε στην παράγραφο 26 της υπόθεσης C-193/94 (Σκαναβή) ότι οι άδειες οδήγησης πρέπει να αναγνωρίζονται χωρίς διατυπώσεις.
(15) Στην παράγραφο 43 της απόφασης στην υπόθεση C-230/97 (Awoyemi) το ΔΕΚ αναφέρει ρητά ότι το άρθρο 1 παράγραφος 2 της δεύτερης οδηγίας έχει άμεση ισχύ.
(16) Βλέπε ΔΕΚ στην υπόθεση C-230/97, αιτιολογική σκέψη 43.
(17) Κατ' ανάλογη εφαρμογή των κανόνων που έχει θεσπίσει το ΔΕΚ στην υπόθεση C-265/88 Messner (βλέπε ιδίως αιτιολογική σκέψη 8).
(18) Βλέπε ιδίως υποθέσεις C-265/88 Messner (αιτιολογική σκέψη 14) και C-24/97 Επιτροπή κατά Γερμανίας (αιτιολογική σκέψη 14).
(19) Βλέπε αιτιολογική σκέψη 31, 32 και 34 της απόφασης του ΔΕΚ στην υπόθεση C-193/94 - Σκαναβή.
(20) Εάν εφαρμοζόταν στην περίπτωση αυτή η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, το κράτος μέλος έκδοσης θα ήταν υποχρεωμένο να αναγνωρίζει μόνον το περιορισμένο δικαίωμα που έχει καταγραφεί στο έγγραφο που αντικαταστάθηκε πριν.
(21) "Τουρισμός αδειών" είναι το φαινόμενο που συναντάται στην πράξη: οι υποψήφιοι οδηγοί υποβάλλονται σε εξετάσεις για την απόκτηση αδείας σε μια χώρα άλλη από την χώρα του τόπου κατοικίας τους. Οι λόγοι είναι είτε ότι η άδεια οδήγησης μπορεί να αποκτηθεί πιο εύκολα απ' ό,τι στη χώρα του τόπου κατοικίας (π.χ. δεν απαιτούνται υποχρεωτικά μαθήματα οδήγησης ή θεωρητική δοκιμασία) είτε ότι οι συνολικές δαπάνες απόκτησης της αδείας είναι μικρότερες απ' ό,τι στη χώρα του τόπου κατοικίας.
(22) Για την περιγραφή αυτού του τύπου της διακριτικής μεταχείρισης βλέπε ΔΕΚ στην υπόθεση C-19/92 Kraus και C-212/97 Centros.
(23) Βλέπε συγκεκριμένα υποθέσεις C-212/97 Centros Ltd της 9ης Μαρτίου 1999, αιτιολογική σκέψη 24, και C-61/89 Bouchoucha, αιτιολογική σκέψη 14.
(24) Παραδείγματος χάριν στο άρθρο 6 παράγραφος 3 και στο άρθρο 8 παράγραφος 4.
(25) Ιδίως σε περιπτώσεις έκδηλης και συστηματικής έκρυθμης κατάστασης, π.χ.: οργανωμένη απάτη.
(26) Υπόθεση C-130/88 (Van de Bijl).
(27) Βλέπε συγκεκριμένα αιτιολογικές σκέψεις 24 (όπου αναφέρεται προηγούμενη νομολογία του ΔΕΚ) και 25 της προαναφερθείσας απόφασης.
(28) Σημείωση:
Η έκδοση αδειών σε κράτος μέλος σε πρόσωπα που δεν έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στο κράτος αυτό, επομένως κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ, εμφανίζεται συχνά στην πράξη. Λόγω του μεγάλου αριθμού εγγράφων αδειών, που πρέπει να εκδοθούν στα κράτη μέλη, οι εθνικές αρχές πρέπει να ανεύρουν έναν τρόπο να ενισχύσουν την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Τα κράτη μέλη οφείλουν να εξετάσουν κατά πόσον πληρούται η απαίτηση του τόπου κατοικίας για κάθε υποψήφιο τη στιγμή έκδοσης των εγγράφων.
(29) Το παράδειγμα που ακολουθεί διευκρινίζει το σημείο αυτό: ένας γάλλος οδηγός διαθέτει δωδεκαετή άδεια. Στη συνέχεια μεταφέρει τον τόπο κατοικίας του στις Κάτω Χώρες. Θα είναι υποχρεωμένος να αντικαταστήσει την άδειά του αμέσως, παρά την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και παρά το γεγονός ότι η πρώτη οδηγία εγγυόταν ήδη ότι οι κάτοχοι αδείας δικαιούνται να οδηγούν για μια περίοδο ενός έτους σε άλλο κράτος μέλος.
Βοηθητικά Βιβλία
για κατανόηση
Βιβλίου για άδεια Οδικού Μεταφορέα Διεθνείς εμπορευματικές μεταφορές (Ερωτηματολόγιο)
Μελέτες Περιπτώσεων για άδεια Οδικού Μεταφορέα Διεθνείς εμπορευματικές μεταφορές (Case Studies)

  1. ΦΟΡΤΩΤΙΚΗ CMR, έκδοση 2016, σελ 209, τιμή 22,50 €, σελ.210
  2. Διατακτική Πρακτορείου Μεταφοράς, έκδοση 2011, τιμή 22,50  €, σελ. 155

Ρωτήστε μας Μεταφορικά θέματα στο:
E-Mail = ggioggaras@Gmail.com
Να σας απαντήσουμε

No comments:

Post a Comment

Δικαίωμα έκδοσης Δελτίου ΑΤΑ και όροι από τα Εμπορικά και βιομηχανικά Επιμελητήρια της Ελλάδας Α.1134/05.06.2020 και Τ392/2002(Μάθημα 8Β) 29 Ιουνίου 2020

Δικαίωμα έκδοσης Δελτίου ΑΤΑ και όροι  από τα Εμπορικά και βιομηχανικά Επιμελητήρια της Ελλάδας Α.1134/05.06.2020  και Τ392/2002(Μάθημα ...